Συνάντηση εκπροσώπων των θεσμών της Επισκοπής μας με τον Καρδινάλιο

Κατόπιν ιδιαίτερων προσκλήσεων που έλαβαν από τον Επίσκοπό μας, μέλη θεσμών της Καθολικής Επισκοπής Σύρου, είχαν τη δυνατότητα να συναντηθούν με τον Εκλαμπρότατο Καρδινάλιο π.Leonardo Sandri, στην αίθουσα του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας της Φανερωμένης, αμέσως μετά το τέλος της Πολυαρχιερατικής Θείας Λειτουργίας.

Στη συνάντηση αυτή επίσης συμμετείχαν εκτός από τους λαϊκούς και οι ιερείς της Σύρου, οι μοναχοί και οι μοναχές καθώς και ο Δήμαρχος Σύρου Ερμούπολης κ.Νίκος Λειβαδάρας.

Προκειμένου να δώσει το ερέθισμα για την πρόκληση ενός γόνιμου διαλόγου, ο Καρδινάλιος απευθύνθηκε στους παρευρισκόμενους με αυτά τα λόγια:

«Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές

Πριν λίγο ολοκληρώσαμε την τέλεση της θείας Ευχαριστίας και εμπιστευτήκαμε τη  μεσιτεία της Μητέρας του Θεού, ώστε η μαρτυρία μας, ως αφιερωμένοι και ως λαϊκοί πιστοί, να  είναι  αποτελεσματική  όχι μόνο ως προς την εργατικότητα στις διάφορες διακονίες που μας έχουν εμπιστευτεί, αλλά να είναι, ιδιαιτέρως αυτούς τους καιρούς, γόνιμη. Να είναι δηλαδή ικανή να προκαλέσει το ερώτημα  στην καρδιά εκείνων που μας συναντούν   και  το πιθανό ενδιαφέρον να ακολουθήσουν τον Κύριο, σε μια οδό ιδιαίτερης αφοσίωσης σ’ Εκείνον και στους αδελφούς.  

Η στιγμή επομένως που θέλουμε να ζήσουμε τώρα, ας είναι  κυρίως στιγμή ακρόασης και διαλόγου, που θα μας βοηθήσει να αισθανθούμε πως στην  πορεία μας δεν είμαστε μόνοι, αλλά είμαστε Εκκλησία. Επιτρέψτε μου  να εκφράσω τον θαυμασμό μου για τον καθένα από εσάς, οι οποίοι παρά τις δυσκολίες που σχετίζονται με την ηλικία και τα προσωπικά όρια, προωθείτε μαζί με τον Επίσκοπο το ποιμαντικό έργο, σε μια διάσπαρτη νησιώτικη περιοχή  που απαιτεί πολλές ώρες ταξιδιού και διαφορετικά μέσα μεταφοράς στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα. Ο Σεβασμιότατος Πέτρος διοικεί όχι μόνο την Επισκοπή της Σύρου, αλλά και εκείνες της Σαντορίνης και της Κρήτης.  Είμαι βέβαιος λοιπόν  πως φυλάτε ως θησαυρό όλες τις καλές  στιγμές αδελφοσύνης στην Επισκοπή, ή σε επίπεδο Ιεραρχίας της Ελλάδος, γιατί είναι πράγματι ευκαιρίες για να βγαίνουμε  από την μοναξιά και κατά τις οποίες αισθανόμαστε την ευλογία της συνάντησης με τα αδέλφια. Και ευχαριστώ επίσης και εκείνους, αφιερωμένους και λαϊκούς, που προσφέρουν στον Επίσκοπο την συνεργασία τους στους διάφορους τομείς και οργανισμούς που συμμετέχουν, όπως στα ενοριακά συμβούλια, στις επιτροπές και στους άλλους θεσμούς.      

Αυτό το νησί, καθώς  και τα άλλα που ανήκουν στα όρια της Επισκοπής και απολαμβάνουν την ποιμαντική φροντίδα  του Επισκόπου, τα χωρίζει η θάλασσα. Και εγώ ο ίδιος έφτασα σήμερα το πρωί μέσω θαλάσσης, μετά από  τέσσερις ώρες ταξιδιού  από την Αθήνα.  Θυμήθηκα λοιπόν όταν, για πρώτη φορά, στις αρχές του ’70, τον περασμένο αιώνα, πάνω σ’ ένα μεγάλο πλοίο έφτασα για πρώτη φορά στην Ευρώπη ως νέος ιερέας, για να ξεκινήσω τις σπουδές ειδίκευσης στη Ρώμη: τότε χρειάστηκα 15 μέρες για να διασχίσω τον ωκεανό! Αυτή η συγκεκριμένη εμπειρία έκανε να ανακαλέσω  στη μνήμη μου την εικόνα της Εκκλησίας, σαν  μια βάρκα. Υπάρχουν διαφορετικές αναφορές στα τέσσερα Ευαγγέλια γι’ αυτήν την εικόνα: για παράδειγμα, μπορεί να είναι η στιγμή που η βάρκα πάει από δω και από κει εξαιτίας των μεγάλων και επικίνδυνων κυμάτων, χτυπημένη από τους ορμητικούς ανέμους, σε τέτοιο σημείο που οι επιβάτες να φοβούνται πως κινδυνεύει να βυθιστεί. Μπορεί αυτό βεβαίως να  είναι ακόμη και η δική μας εμπειρία, μπροστά στις διάφορες προκλήσεις και δυσκολίες: σκέφτομαι και όχι μόνο, τα σκάνδαλα που φτάνουν στα μέσα ενημέρωσης, που προκαλούν θόρυβο και παραπλανούν τους πιστούς, κυρίως όταν αυτά αφορούν Ποιμένες της Εκκλησίας ή τους επικεφαλής ιδρυμάτων. Όπως συχνά επαναλαμβάνει ο Άγιος Πατέρας, υπάρχει το μυστήριο της ανομίας που δρα, τόσο για  την πτώση των ανθρώπων, δελεάζοντας τους με τη δύναμη ή την ευχαρίστηση, όσο και για να διαδίδει ειδήσεις, που σε μερικές περιπτώσεις αποδεικνύονται συκοφαντικές. Είτε στη μια είτε στην άλλη κατάσταση, χρειάζονται οι επικριτές, μη χριστιανοί ή μη καθολικοί, ή ακόμη και καθολικοί που αρκούνται να είναι θεατές των όσων συμβαίνουν  και που έχουν ξεχάσει πως βρίσκονται και αυτοί  στη βάρκα της Εκκλησίας, χάριν του Βαπτίσματός τους. Ακόμη πιο συχνά, μπορούμε να αναφερθούμε και σε καταστάσεις που δημιουργούνται μέσα στις χριστιανικές μας κοινότητες, όταν είμαστε χωρισμένοι μεταξύ μας. Υποκύπτουμε τότε σε κάποια μορφή κουτσομπολιού και μουρμούρας, κυρίως όταν δεν ζούμε ως Εκκλησία σε ενοριακό επίπεδο ή σε επίπεδο επισκοπής  μια αληθινή κοινωνία, η οποία γίνεται συγκεκριμένη μέσα από την ικανότητα συνεργασίας, αλλά και συνοδικής και συλλογικής συμμόρφωσης με τους οργανισμούς που προβλέπονται από το κανονικό Δίκαιο και είναι καθορισμένοι, για να ενεργούν συμβουλευτικά σε ποιμαντικό και διαχειριστικό επίπεδο.  Τα κύματα που χτυπούν τη  βάρκα είναι βεβαίως και οι δυσκολίες που προέρχονται από την καθόλου εύκολη εξεύρεση μέσων διαβίωσης στο σημερινό πλαίσιο της οικονομικής κρίσης. Είναι επίσης οι ανισότητες τις  οποίες μπορεί να υποστούμε από το κράτος,  όταν θεωρούμαστε ως μια ξένη οντότητα και όχι τόσο ως πραγματικοί έλληνες, που αγαπούν και θέλουν να υπηρετήσουν τη χώρα τους αλλά και η ελλιπής αλληλεγγύη που πιθανόν νιώθουμε από πλευράς άλλων Καθολικών Εκκλησιών της Ευρώπης και του κόσμου. Μπροστά σε αυτή την φουρτουνιασμένη θάλασσα κινδυνεύουμε να βυθιστούμε αν ξεχάσουμε πως η βάρκα δεν είναι δική μας αλλά του Χριστού, ο οποίος υποσχέθηκε πως θα μείνει μαζί μας μέχρι την συντέλεια του κόσμου, και βεβαίως δεν θα μας αφήσει μόνους ή χωρίς ζωή. Η πρόκληση επομένως μετατρέπεται σε ζήτημα πίστης και ελπίδας, μοναδικές πηγές από τις οποίες μπορούμε να αντλήσουμε, όπως μας διδάσκουν πολλοί άγιοι και αγίες της ιστορίας της παλαιάς και σύγχρονης Εκκλησίας.       

Υπάρχει όμως και ένας άλλος κίνδυνος μένοντας στην βάρκα της Εκκλησίας: εκείνος του να αρκεστούμε να μείνουμε στην επιφάνια, δίχως το θάρρος να ανοίξουμε τα πανιά και να ανοιχτούμε στα βαθιά, σε νέους ορίζοντες που ο Κύριος μπορεί να μας υποδείξει. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι βέβαιο πως ο Κύριος κοιμάται, αλλά μάλλον είμαστε εμείς άβουλοι και κοιμισμένοι. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά  τη μαρτυρία μας ως αφιερωμένοι και αφιερωμένες, ως λαϊκοί ενεργοί στην ποιμαντική. Αν είμαστε ικανοί να αφήσουμε να μας συνοδέψει η φωνή του Πνεύματος που μας επαναλαμβάνει “Duc in altum! Πηγαίνετε στα βαθιά”, όπως μας υπενθύμιζε ο Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄ στην αρχή της νέας χιλιετίας, ή προτιμούμε να παραμένουμε προσκολλημένοι σε  πράξεις και παραδόσεις  που, αν και αξιέπαινες, πρέπει να ενισχυθούν από στιγμές όπου  θα τίθεται πιο επιτακτικά το ερώτημα για το πώς μπορούμε να πάμε προς συνάντηση του σημερινού ανθρώπου, του οποίου η καρδιά, αν και ασυνείδητα, διψά για την παρουσία του Χριστού.

Είμαι βέβαιος πως οι ποιμένες και οι πιστοί της Σύρου, της Κρήτης και της Σαντορίνης, τόπων που περιβάλλονται από την θάλασσα, είναι άνθρωποι ικανοί να κοιτάζουν τον ορίζοντα έχοντας πάντοτε την επιθυμία να αφήσουν ο Κύριος να τους ωθήσει προς νέους προορισμούς αγιοσύνης, μαθητείας και μαρτυρίας.»

Ιδιαίτερες ερωτήσεις δεν τέθηκαν από τα μέλη των θεσμών, πλην κάποιων διευκρινήσεων που δόθηκαν, για μερικά σημεία της σύντομης παραίνεσής του, την οποία στο τέλος χειροκρότησαν θερμά οι παρευρισκόμενοι.

Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να βγάλουν μια αναμνηστική φωτογραφία μαζί του, και παρά την κούραση της ημέρας, εκείνος με χαρά αποδέχθηκε την επιθυμία τους, ενώ μετά τη συνάντηση, ακολούθησε δείπνο με τους ιερείς, τους μοναχούς και τις μοναχές στην Ερμούπολη το οποίο παρέθεσε ο Σεβ/τος Επίσκοπός μας προς τιμήν του Εκλαμπρότατου Καρδιναλίου και του Αποστολικού Νούντσιου.

 

Comments are closed.