Κυριακή των Βαΐων

Published on: 3 Απριλίου 2015

Filled Under: Αναγνώσματα

Views: 703

Tags: ,

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ανάγνωσμα από το κατά Μάρκο Άγιο Ευαγγέλιο (14, 1-15,47)

Νωρίς το πρωί, έκαμαν συμβούλιο οι αρχιερείς μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και όλο το Συνέδριο. Αφού έδεσαν τον Ιησού, τον οδήγησαν και τον παράδωσαν στον Πιλάτο. Ο ο Πιλάτος τον ρώτησε: “Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;” Κι ο Ιησούς, απαντώντας, του λέει: “Εσύ το λες”. Οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν για πολλά. Και ο Πιλάτος τον ρώτησε και πάλι: “Δεν απαντάς τίποτα; Κοίτα πόσα σε κατηγορούν”. Αλλά ο Ιησούς και πάλι δεν απάντησε τίποτα, σε σημείο που ο Πιλάτος να θαυμάζει.

Κατά την εορτή, ο Πιλάτος ελευθέρωνε για χάρη τους ένα φυλακισμένο, όποιον ζητούσαν. Ήταν τότε ο λεγόμενος Βαραββάς, φυλακισμένος μαζί με στασιαστές, οι οποίοι είχαν διαπράξει φόνο κατά την εξέγερση. Ανέβηκε τότε το πλήθος προς τον Πιλάτο και άρχισε να ζητεί αυτό που πάντα τους χορηγούσε. Αλλά ο Πιλάτος τους απάντησε: “Θέλετε να απολύσω για χάρη σας το βασιλιά των Ιουδαίων;” Γνώριζε, πράγματι, ότι από φθόνο του τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς. Αλλά οι αρχιερείς ξεσήκωσαν το πλήθος για να ζητήσουν να ελευθερώσει για χάρη τους το Βαραββά. Όμως ο Πιλάτος πάλι τους απάντησε και τους έλεγε: “Τι, λοιπόν, θέλετε να κάμω αυτόν που ονομάζετε βασιλιά των Ιουδαίων;” Αλλά εκείνοι πάλι φώναξαν: “Σταύρωσέ τον!” Και ο Πιλάτος τους είπε: “Γιατί, τι κακό έκαμε;” Αλλά εκείνοι ακόμα περισσότερο φώναζαν: “Σταύρωσέ τον!”. Τότε ο Πιλάτος, θέλοντας να ικανοποιήσει το πλήθος, άφησε για χάρη τους ελεύθερο το Βαραββά και τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε να σταυρωθεί.

Τότε οι στρατιώτες έφεραν τον Ιησού μέσα στην αυλή, που είναι το πραιτώριο και συγκεντρώνουν όλη τη σπείρα. Τον ντύνουν με πορφύρα κι αφού έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια το έβαλαν γύρω στο κεφάλι του. Κι άρχισαν να τον χαιρετούν: “Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων”. Κτυπούσαν το κεφάλι του με ένα καλάμι, τον έφτυναν και γονατίζοντας τον προσκυνούσαν. Κι αφού τον περιπαίξανε τον έγδυσαν από την πορφύρα και τον έντυσαν με τα ρούχα του. Μετά τον έβγαλαν έξω για να τον σταυρώσουν.

Αγγαρεύουν τότε ένα περαστικό που επέστρεφε απ’το χωράφι του, κάποιο Σίμωνα Κυρηναίο, τον πατέρα του Αλέξανδρου και του Ρούφου, για να σηκώσει το σταυρό του Ιησού. Και τον φέρνουν στον τόπο που λέγεται Γολγοθάς, που σημαίνει “Τόπος Κρανίου”.

Κι έδιναν στον Ιησού να πιει κρασί με αναμειγμένο με άρωμα σμύρνας. Αλλά εκείνος δεν ήπιε. Τον σταυρώνουν τότε και μοίρασαν τα φορέματά του ρίχνοντας κλήρο γι’αυτά, για το ποιος θα τα πάρει. Ήταν περίπου εννέα η ώρα το πρωί και το σταύρωσαν. Η αιτία της σταύρωσης ήταν γραμμένη σε μια επιγραφή: “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων”. Και μαζί του σταυρώνουν και δυο ληστές, ένα στα δεξιά και ένας στα αριστερά του.

Αυτοί που περνούσαν βλασφημούσαν τον Ιησού κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: “Αλίμονο σε σένα που γκρεμίζεις το ναό και τον ανοικοδομείς σε τρεις μέρες. Κατέβα από το σταυρό και σώσε τον εαυτό σου”. Κατά παρόμοιο τρόπο και οι αρχιερείς τον κορόιδευαν μεταξύ τους, μαζί με τους γραμματείς, κι έλεγαν: “Άλλους έσωσε, αλλά τον εαυτό του δεν μπορεί να τον σώσει. Αυτός που είναι ο Χριστός, ο βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από το σταυρό για να δούμε και να πιστέψουμε”. Κι αυτοί που ήταν σταυρωμένοι μαζί του τον περιγελούσαν.

Όταν έφθασε δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, έγινε σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη μέχρι τις τρεις το απόγευμα. Και στις τρεις η ώρα φώναξε ο Ιησούς με δυνατή φωνή: Ελωι, Ελωι, λεμα σαβαχθανι; Που σημαίνει: “Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;” Κάποιοι απ’τους παραβρισκόμενους, όταν το άκουσαν είπαν: “Κοίταξε, τον Ηλία φωνάζει”. Έτρεξε τότε ένας κι αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξύδι, το έβαλε στην άκρη ενός καλαμιού και του έδωσε να πιει λέγοντας: “Αφήστε να δούμε αν έρχεται ο Ηλίας για να τον κατεβάσει”. Κι ο Ιησούς, βγάζοντας μια δυνατή φωνή, εξέπνευσε.

Τότε το καταπέτασμα του ναού σχίσθηκε στα δύο, από πάνω έως κάτω. Βλέποντας ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που στεκόταν εκεί απέναντί του, ότι εξέπνευσε με τέτοιο τρόπο, είπε: “Αληθινά, αυτός ο άνθρωπος ήταν Υιός Θεού”.

Βρίσκονταν εκεί και κάποιες γυναίκες που παρατηρούσαν από μακριά, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή και η Σαλώμη. Αυτές, όταν ο Ιησούς βρισκόταν στην Γαλιλαία τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Υπήρχαν κι άλλες πολλές που είχαν ανέβει μαζί του στα Ιεροσόλυμα.

Όταν βράδιασε, επειδή ήταν Παρασκευή, δηλαδή παραμονή του Σαββάτου, ήλθε ο Ιωσήφ απ’την Αριμαθαία, αξιοσέβαστο μέλος του Συνεδρίου, που περίμενε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού. Αυτός τόλμησε και πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Ο Πιλάτος απόρησε για το αν είχε από ώρα πεθάνει και κάλεσε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πεθάνει κιόλας. Όταν το έμαθε από τον εκατόνταρχο, δώρισε το πτώμα στον Ιωσήφ. Εκείνος αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού και τον τύλιξε στο σεντόνι και μετά το τοποθέτησε σε μνήμα που ήταν λαξευμένο σε βράχο. Μετά κύλησε μια πέτρα πάνω στην είσοδο του μνήματος. Και η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρατηρούσαν που τον έβαλαν.

 

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Από την αρχή της Τεσσαρακοστής ετοιμάσαμε τις καρδιές μας με τη νηστεία και την αγαθοεργία. Σήμερα, ο Κύριος εισήλθε στην πόλη του, την Ιερουσαλήμ, για να εκπληρώσει το Πασχαλινό Μυστήριο, δηλαδή τα Άγια Πάθη του και την Ανάστατη του. Εμείς, σήμερα, κάνοντας ανάμνηση, με όλη μας την πίστη και την ευσέβεια, αυτής της σωτήριας εισόδου, ακολουθούμε τον Κύριο για να γίνουμε, με τη χάρη του, συμμέτοχοι στον Σταυρό και έτσι να λάβουμε μέρος στην Ανάσταση και τη ζωή.

Πρέπει όμως να προσέξουμε κάτι. Είμαστε τόσο συνηθισμένοι στον θάνατο του Θεού, τόσο γεμάτη από στοχασμούς ομιλίες σχετικά με τη σωτηρία, που θεωρούμε πως όλα είναι ξεκάθαρα, πως ξέρουμε τα πάντα για το πάθος του Κυρίου. Θεωρούμε πως δεν χρειαζόμαστε κάτι άλλο, κάτι περισσότερο. Και έτσι, θα μελετήσουμε για ακόμη μια φορά το δώρο του Θεού, σαν να είναι κάτι που έπρεπε να γίνει, κάτι το οποίο το έχουμε συνηθίσει.

Και ακόμη χειρότερα, θα σταματήσουμε στην επιφάνεια, θα ακούσουμε και θα πούμε λόγια των οποίων δεν γνωρίζουμε την πραγματική έννοια.

Θα πούμε: «Ο Ιησούς πέθανε για μας». Και κανείς δεν αισθάνεται την ανάγκη σωτηρίας.

Θα πούμε: «Εκείνος πέθανε για τις αμαρτίες μας». Και εμείς είμαστε προσεκτικοί στο να επισημάνουμε τις αμαρτίες των άλλων και όχι τις δικές μας.

Θα πούμε: «Έδωσε τον εαυτό του για μας». Και εμείς δεν ξέρουμε τι να κάνουμε αυτό το δώρο.

Αν είχαμε το θάρρος να πάμε πίσω σε εκείνες τις ημέρες, να τις ξαναζήσουμε, να τους επιτρέψουμε να μας κάνουν να αναρωτηθούμε και να μας ταρακουνήσουν!

Αν είχαμε το θάρρος να μπούμε μέσα στα Ευαγγέλια, για να κοιτάξουμε στα μάτια τον Ιησού το Ναζαρηνό που αποφάσισε να δώσει τον εαυτό του ως το τέλος, για μένα.

Ο Ιησούς έκανε μια επιλογή. Εκείνος που αν και ήταν κατά τη φύση Θεός, κένωσε τον εαυτό του, και έγινε δούλος, ταπείνωσε τον εαυτό του μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού. Στα τρία χρόνια έντονης ζωής του προσπάθησε με τα λόγια και τα σημεία του να πει στον άνθρωπο πως είναι ο Θεός της αγάπης πως είναι ο Σωτήρας του ανθρώπου. Τελικά όμως, η ανθρωπότητα δεν κατάλαβε. Το πλήθος ακολουθεί τον αέρα της μόδας. Ο Θεός ήθελε να έχει μια σχέση με τον άνθρωπο. Να ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου με το χαμόγελο. Να φανερωθεί, ταπεινός, ευσπλαχνικός.

Τι άλλο μπορούσε να κάνει ο Θεός για να μας πείσει για την αγάπη του; Κάνει κάτι μοναδικό. Ο Θεός  αφήνει το σκοτάδι να κερδίσει. Τολμά να πεθάνει κρεμασμένος επάνω στο σταυρό.

Άλλο είναι να λες: «Ο Θεός με αγαπά!»” και άλλο είναι να πεθαίνει για σένα ακριβώς επειδή σε αγαπά

Άλλο είναι να λες «Ο Θεός με συγχωρεί!», και άλλο το να κρέμεται γυμνός επάνω σε ένα ξύλο και να συγχωρεί.

Άλλο είναι το να μιλάς, και άλλο είναι να πεθαίνεις, κραυγάζοντας.

Θα καταλάβει η ανθρωπότητα; Εκεί επάνω στο σταυρό, ο Θεός φανερώνεται, είναι αγάπη. Σε αγαπά, και δίνει τη ζωή του για σένα, ακριβώς επειδή σε αγαπά και θέλει να σε ελκύσει στη ζωή, στην ζωή του Πατέρα, τη ζωή την αιώνια.

Ο Ιησούς πεθαίνει εμπιστευόμενος στον Πατέρα την καρδιά του, και δωρίζοντας σε εμάς το Πνεύμα του.

Ο Θεός φανερώθηκε σε εμάς, γυμνός, κρεμασμένος στο σταυρό από αγάπη. Αυτός είναι ο Θεός φίλοι μου, δίνεται. Δίνεται σε μένα , σε σένα. Δίνεται γιατί μας αγαπά υπερβολικά, και επειδή εμείς συχνά το αγνοούμε, ή δεν θέλουμε να το καταλάβουμε, μας το λέει με αυτή την υπέρτατη πράξη αγάπης.

Δίκη μας είναι τώρα η επόμενη κίνηση. Μπροστά σε αυτή την υπέρτατη πράξη αγάπης τι κάνω; Συνεχίζω να αδιαφορώ; Απλά συγκινούμε; Είτε παίρνω την απόφαση να ανοίξω την καρδιά μου σ’ Εκείνον να πάρω τον δικό μου σταυρό και με αποφασιστικότητα να τον ακολουθώ, γιατί εκείνος μόνο έχει λόγια που δίνουν ζωή αιώνια;

Ας αναζητήσω τη δική μου απάντηση ακολουθώντας τον,  όλη αυτή τη μεγάλη εβδομάδα,  μέσα από το Σταυρό για να φθάσω στην Ανάσταση μαζί Του.

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κύριε  Ιησού,
βλέπεις τον άνθρωπο από την μία να σου ψάλλει «ωσαννά»
και από την άλλη να κραυγάζει «σταύρωσέ τον».
Πόσο αλλάζει ο άνθρωπος Κύριε,
μόνο η δική σου αγάπη παραμένει σταθερή και ακλόνητη.
Εμείς για Σένα είμαστε οι φίλοι για τους οποίους αξίζει να καρφωθείς επάνω στο Σταυρό. Ενώ για εμάς, Εσύ αξίζεις τριάντα νομίσματα, εμείς για σένα είμαστε πιο πολύτιμοι από την ίδια σου τη ζωή.
Μην επιτρέψεις Κύριε, να ζω την ζωή μου χωρίς Εσένα, χωρίς την Αγάπη σου.
Το Πνεύμα σου το Άγιο ας ανοίξει αυτές της ημέρες τα μάτια της καρδιάς μας για να σε δεχτώ στη ζωή μου και να σε ακολουθήσω με πιστότητα. Αμήν.

 

Προηγούμενη Δημοσίευση:
Επόμενη Δημοσίευση:

Comments are closed.