Γιατί πρέπει να εξομολογούμαι;

Published on: 10 Μαΐου 2015

Filled Under: Αρθρογραφία

Views: 1274

Tags:

“Αν ισχυριστούμε πως είμαστε αναμάρτητοι, εξαπατούμε τον εαυτό μας και δε λέμε την αλήθεια” – (Α’ Ιω 1,8)

Η εξομολόγηση ή το μυστήριο της συμφιλίωσης είναι όντως μια πράξη συμφιλίωσης και συγγνώμης. Γνωρίζουμε πόσο είναι σημαντική η συμφιλίωση και η συγγνώμη σε κάθε ανθρώπινη σχέση: μέσα στην οικογένεια, μεταξύ φίλων ή μέσα στο ζευγάρι. Είμαστε άνθρωποι και καμιά σχέση μας δεν είναι τέλεια. Ακόμη και οι σχέσεις που είναι οι πιο πολύτιμες για μας αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω των ελαττωμάτων μας: εγωισμός, νεύρα, έλλειψη κατανόησης, ζήλια, πικρίες κτλ. Πώς ξεπερνιούνται αυτά τα προβλήματα και οι αντιπαραθέσεις; Με τη συγγνώμη. Όταν θέλω να ζητήσω συγγνώμη ή όταν θέλω να συγχωρήσω, τότε δίνω την ευκαιρία στο δεσμό της ενότητας να υπερισχύσει πάνω στο πρόβλημα της αντιπαράθεσης. Έτσι, γεφυρώνω ένα χάσμα και υπερισχύσει η ενότητα και η πρόοδος της σχέσης.

Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο της πίστης, των σχέσεων μας με το Θεό. Ως άνθρωποι και πιστοί, αναγνωρίζουμε ότι η συμπεριφορά μας δεν είναι σωστή απέναντι στο Θεό. Υπάρχουν πολλές φορές αδιαφορία προς το Θεό, αδικίες ή έλλειψη ενδιαφέροντος προς τον συνάνθρωπο, έχθρες, πάθη, ανταγωνισμοί κλπ. Αναγνωρίζουμε δηλαδή ότι δεν ακολουθούμε το δρόμο του Θεού όπως θα έπρεπε και όπως θα θέλαμε ως πιστοί. Ιδιαίτερα όταν σκεφτούμε το ζήλο του Χριστού για εμάς και αναλογιστούμε το δικό μας ζήλο γι’ Αυτόν, αντιλαμβανόμαστε το χάος που χωρίζει τη δική Του στάση από τη δική μας. Πώς ξεπερνιέται αυτό το χάσμα; Με τη συγγνώμη και τη συμφιλίωση, με τη συγγνώμη που ζητάμε από το Θεό, με το πνεύμα της μετάνοιας και της μεταστροφής που πρέπει να μας εμπνέει.

Η Εκκλησία, λοιπόν, έχει θεσπίσει ένα μυστήριο για τη συμφιλίωση.

Όταν πάω στον ιερέα και λέω: “πάτερ, θέλω να ζητήσω συγγνώμη από το Θεό γιατί σε αυτό και σε κείνο το θέμα δε φέρθηκα χριστιανικά. Ζητώ τη συγγνώμη του Θεού και τη βοήθειά του, για να μένω στο δρόμο του, γιατί όντως πιστεύω ότι ο δρόμος του Χριστού είναι η αλήθεια και η ευτυχία μου”, αυτό είναι πράξη μετάνοιας.

Γιατί όμως αυτό γίνεται στον ιερέα; Είναι αυτός άψογος; Γιατί όχι μόνος μου μπροστά σε μια εικόνα;

Ασφαλώς, η προσευχή μετανοίας μπορεί να γίνει και ατομικά. Στο μυστήριο όμως της εξομολόγησης δεχόμαστε μεγαλύτερη βοήθεια. Καταρχάς, ο ιερέας με τη ευχή της συγγνώμης που λέει εικονίζει το Χριστό, ο οποίος με συγχωρεί. Αυτός είναι και ο πιο σημαντικός ρόλος του ιερέα. Μου δείχνει ότι τη συγνώμη δεν την δίνω εγώ στον εαυτό μου, δεν κάνω αυτοκριτική εκείνη τη στιγμή, αλλά ζητάω συμφιλίωση από τον Κύριο, τον οποίο κατά κάποιο τρόπο πρόσβαλα και “έθιξα” με την απιστία μου. Η αμαρτία δεν είναι λάθος απέναντι σε εμένα ούτε απέναντι στην κοινωνία, είναι πράξη που προσβάλλει την αγάπη του Χριστού για μένα, συνεπώς, από Αυτόν πρέπει να δεχθώ τη συγγνώμη. Η παρουσία του ιερέα μου υπενθυμίζει ότι έχω να κάνω με κάποιον Άλλον και όχι με τη συνείδησή μου.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο ιερέας μπορεί να με βοηθήσει να δω πιο ολοκληρωμένα τη χριστιανική μου ζωή. Εγώ βλέπω κάποια σφάλματα. Τα βλέπω σωστά; Τι λέει το Ευαγγέλιο; Τι λέει η Εκκλησία; Και εδώ πάλι δεν είναι η συνείδησή μου το κριτήριο της αμαρτίας, αλλά το θέλημα του Θεού. Αυτό το ξεχνάμε, γι’ αυτό λέμε συχνά “δεν έχω αμαρτίες”, γιατί κρίνουμε τη ζωή μας μόνο σύμφωνα με τη συνείδησή μας και όχι σύμφωνα με το θέλημα και το Λόγο του Θεού. Ο ιερέας μπορεί λοιπόν να συμπληρώσει τα λόγια μου, να επιβεβαιώσει ή να διορθώσει, πάντοτε με πνεύμα ευσπλαχνίας και ενθάρρυνσης. Εκείνη τη στιγμή ενεργεί ως εικόνα Χριστού, πρέπει να κρίνει κατά Χριστόν και όχι κατά τη νοοτροπία και τις προσωπικές του προτιμήσεις.

Έτσι, η εμπειρία της εξομολόγησης, αν και δύσκολη ίσως στην αρχή, είναι ωστόσο χαρούμενη και απελευθερωτική, όπως κάθε εμπειρία συμφιλίωσης και συγγνώμης με πρόσωπα που αγαπάμε.

Συμβαίνει, όμως, καμιά φορά τα πράγματα να πάνε στραβά. Μπορεί ο ιερέας να είναι ιδιότροπος, αφηρημένος, αδιάφορος, παράλογος ή και κάτι χειρότερο. Δυστυχώς συμβαίνουν αυτά. Τι θα κάνω; Αναγκαστικά, την άλλη φορά θα πάω σε άλλον ιερέα. Όχι γιατί η ευλογία του ενός είναι καλύτερη από εκείνη του άλλου. Η ευλογία δίνεται στο όνομα του Χριστού και της Εκκλησίας και έχει την ίδια ισχύ είτε ο ιερέας είναι καλός είτε είναι δύσκολος. Αλλά δεν μπορούν να με βοηθήσουν όλοι, όπως το έχω ανάγκη. Πρέπει, λοιπόν, να επιλέξω. Η Εκκλησία σέβεται απόλυτα το δικαίωμα του πιστού να επιλέγει τον εξομολό-γο του και κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει έναν πιστό να εξομολογείται σε συγκεκριμένο ιερέα. Ούτε ο ίδιος ο εξομολόγος μπορεί να υποχρεώσει τον πιστό να εξομολογείται μόνο σε αυτόν. Συμβαίνει και στην τρέχουσα ζωή να μην είμαστε ικανοποιημένοι από τον μηχανικό του αυτοκινήτου μας ή από την κομμώτριά μας. Δε λέμε “δε θα ξαναπατήσω σε τέτοιου είδους μαγαζί”, αλλά επιλέγουμε κάποιον άλλο.

Ας έχουμε, λοιπόν, πνεύμα μετάνοιας, γιατί χωρίς μετάνοια δεν υπάρχει πραγματική χριστιανική ζωή. Και η μετάνοια ας εκφράζεται και με το μυστήριο της εξομολόγησης, όπως το ζητά η Εκκλησία από τους πιστούς της, ιδιαίτερα πριν τις μεγάλες γιορτές του έτους. Οι καρποί θα είναι η χαρά και η πρόοδος στη ζωή μας.

Θ.Κ.

Πηγή: Περιοδικό «Ανοιχτοί Ορίζοντες» (Τεύχος 1066)

Comments are closed.