Εξισλαμισμοί και εκχριστιανισμοί στις Κυκλάδες κατά τον 17ο αιώνα

Published on: 18 Ιουνίου 2015

Filled Under: Αρθρογραφία

Views: 1110

Tags: ,

Επιστροφή από αποστασία στις Κυκλάδες κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας

Η νομοκανονική πλευρά

Οι Κυκλάδες πέρασαν από τη φραγκοκρατία στην οθωμανική κυριαρχία κατά τη διάρκεια των ναυτικών και στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αιγαίο από τον ναύαρχο Χαϊρεντίν Barbarossa, στα 1537-1538. Η Τήνος είχε την ίδια τύχη, αλλά οι κάτοικοι επαναστάτησαν εναντίον των κατακτητών λίγους μήνες μετά την κατάκτηση και ζήτησαν από τις βενετικές αρχές της Κρήτης να επιστρέψουν στο νησί και να αναλάβουν και πάλι τη διακυβέρνησή του, παρά τα δικαιολογημένα παράπονα που είχαν από την απληστία, κυρίως, ορισμένων ρεκτόρων και άλλων κρατικών υπαλλήλων και αξιωματούχων. Οι Βενετοί επέστρεψαν στο νησί και για άλλα 180 χρόνια το διακυβέρνησαν κατά τρόπο περισσότερο δίκαιο και προστατευτικό απ’ ότι κατά το παρελθόν. Οι Τούρκοι κυρίευσαν οριστικά το νησί περίπου δυο αιώνες αργότερα (1715). Για διακόσια περίπου χρόνια επί πλέον κυριάρχησαν οι Βενετοί στην Τήνο, απ΄ ότι οι γνωστές φραγκικές και βενετικές οικογένειες στις υπόλοιπες Κυκλάδες (Δουκάτο του Αιγαίου).

Η διαφορετική αυτή ιστορική διαδρομή που είχε τελικά η Τήνος από τα υπόλοιπα κυκλαδονήσια είχε πολλαπλές επιπτώσεις, άλλες θετικές και άλλες αρνητικές, στην εξέλιξη της κοινωνίας της για τους δυο περίπου αιώνες που ακολούθησαν. Κάποια γεγονότα, πάλι, σημαντικού ενδιαφέροντος κατά τη στιγμή που διαδραματίζονταν, δημιουργούσαν τότε θέματα και προβλήματα στους πρωταγωνιστές, και τώρα ερωτηματικά σε μας που ερευνούμε την ιστορική πορεία των νησιών και των θεσμών που επικράτησαν σ’ αυτά. Ένα από τα ερωτήματα αυτά αναφέρεται σε μια ομάδα θρησκευτικών παραβιάσεων και εγκλημάτων στην αντιμετώπιση των οποίων ο ρόλος των επισκόπων της Τήνου υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός. Ένα απ’ αυτά τα θρησκευτικής φύσεως εγκλήματα ήταν η αποστασία, όρος με τον οποίο χαρακτήριζαν την απάρνηση της χριστιανικής πίστης και της ένταξης στον μωαμεθανισμό κυρίως, ή την άρνηση της χριστιανικής πίστης κατά τρόπο γενικό, έστω και χωρίς να έχει ακολουθήσει ένταξη σε κάποια άλλη θρησκεία ή δόγμα.

Στις ηπειρωτικές περιοχές η κατάκτηση από τους Οθωμανούς συνοδεύτηκε και από βίαιους εξισλαμισμούς, με όχι λίγους μαρτυρικούς θανάτους χριστιανών (νεομάρτυρες). Επρόκειτο για μια πολιτική που υπαγορευόταν από τις διατάξεις του Κορανίου ή από ερμηνείες επίσημων και ανεπίσημων ερμηνευτών του, κάτι που έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης. Μαζί με την τακτική του εξισλαμισμού ατόμων ή και χωριών ολόκληρων στη Μ. Ασία και την ηπειρωτική χώρα, εγκαθίσταντο στις περιοχές και μουσουλμάνοι έποικοι που επέφεραν και τουλάχιστο μερική αλλοίωση στη σύνθεση του ντόπιου πληθυσμού. Στις Κυκλάδες, όμως, τα πράγματα εξελίχτηκαν κατά τρόπο διαφορετικό.

Πράγματι, κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατάκτησης των νησιών δεν αναφέρονται εξισλαμισμοί χριστιανών. Και αν υπήρξαν κάποιοι, αυτοί ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις, χωρίς καμιά αντιστοιχία με τα φαινόμενα των εξισλαμισμών, των κρυπτοχριστιανών και των νεομαρτύρων που σημειώθηκαν στις βόρειες και ανατολικές περιοχές, ακόμα και στα μεγάλα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Πιστεύω πως η απουσία όλων αυτών των αρνητικών φαινομένων πρέπει να ερμηνευτεί, έστω και όχι αποκλειστικά, και από το γεγονός ότι στα νησιά των Κυκλάδων δεν προσφερόταν χώρος που να ευνοούσε νέες εγκαταστάσεις (μουσουλμανικού) πληθυσμού. Έτσι δε δημιουργήθηκαν οθωμανικές/μωαμεθανικές κοινότητες, πλην λιγοστών περιπτώσεων και αυτών σε πολύ περιορισμένη έκταση, όπως στη Νάξο και στην Άνδρο. Πράγματι, ενδεχόμενες εγκαταστημένες μουσουλμανικές κοινότητες θα μπορούσαν, μέσω των ιθυνόντων τους, να ασκήσουν πιέσεις προσηλυτισμού στον χριστιανικό πληθυσμό για εξισλαμισμό, τουλάχιστο σε μεμονωμένα άτομα ή οικογένειες. Τέτοιας μορφής πιέσεις, όμως, συναντούμε προς τους ορθοδόξους και τους καθολικούς Κυκλαδίτες που ζούσαν μόνιμα ή περιστασιακά στη Μ. Ασία και την Κωνσταντινούπολη. Για να είμαστε αντικειμενικοί πρέπει να παραδεχτούμε πως κάποιες φορές ο εξισλαμισμός υπήρξε και επιλογή των ενδιαφερόμενων, προκειμένου να εξασφαλίσουν καλύτερη και ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από την τουρκική εξουσία, τον ντόπιο πληθυσμό ή και για να σώσουν τη ζωή τους.

Πάντως, επιτόπου, δηλαδή στα ίδια τα νησιά, ίσχυσε ένα καθεστώς θρησκευτικής ελευθερίας τέτοιας, που θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς υπερβολή, πως ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερη. Οι Οθωμανοί είχαν επιτρέψει όχι μόνο την παράλληλη συνύπαρξη στον ίδιο τόπο πολλών χριστιανικών Εκκλησιών (ορθόδοξη, καθολική, αρμενική, συριακή κ.ά.), οι οποίες ως θεσμοί, αλλά και οι μεμονωμένοι πιστοί τους, εξασφάλιζαν προστασία με την ένταξή τους στους θεσμούς του millet, αλλά άφηναν ελεύθερη και την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ των χριστιανικών κοινοτήτων. Πράγματι, δεν παρενέβαιναν άμεσα υπέρ του ενός ή του άλλου σε περιπτώσεις διαφορών και συγκρούσεων, παρεκτός από όταν διακυβεύονταν τα δικά τους οικονομικά ή κυριαρχικά συμφέροντα. Όλα αυτά είναι γνωστά γενικότερα και δε χρειάζονται πλέον κάποια ιδιαίτερη τεκμηρίωση. Σώζονται στα αρχεία άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες για γνωστά ή άγνωστα περιστατικά, που πρέπει να καταγραφούν, αλλά πιστεύω πως δεν θα έχουν να προσθέσουν κάτι το ουσιαστικό στο σπάνιο φαινόμενο των εξισλαμισμών σ’ αυτόν τον γεωγραφικό χώρο.

Το φαινόμενο όμως της επιστροφής στην Καθολική Εκκλησία ή γενικότερα στον χριστιανισμό πρώην χριστιανών, που είχαν γίνει μουσουλμάνοι κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, δεν έχει μελετηθεί παρά μόνο ακροθιγώς. Όχι μόνο δεν είναι πολλές οι γνωστές περιπτώσεις, αλλά ούτε και οι παράγοντες, ούτε και οι παράμετροι που διαμόρφωσαν τέτοιου είδους «επιστροφές» από την αποστασία. Μια τέτοια παράμετρος είναι εκείνη του κανονικού δικαίου που ίσχυε κατά τους 17ο και 18ο αιώνα κυρίως, στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Δεν πρέπει να παραβλέπεται, ακόμα, πως τέτοιου είδους γεγονότα και περιστατικά είχαν ή μπορούσαν να έχουν οδυνηρές παρενέργειες, τόσο από την οθωμανική εξουσία, όσο και αρνητικές αντιδράσεις στο εσωτερικό των ίδιων χριστιανικών κοινοτήτων όπου συνέβαιναν.

Πιστεύω ότι τέτοια επεισόδια, έστω και αν δεν ήταν συνήθη με την έννοια της καθημερινής και συστηματικής εκδήλωσής τους, ήταν πολύ συχνότερα απ’ ότι η τοπική ιστοριογραφία μας επιτρέπει να νομίζουμε. Πράγματι, κάποια απ’ αυτά τα περιστατικά έχουν καταγραφεί, αλλά και αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εμβάθυνσης στον τομέα του ισχύοντος τότε εκκλησιαστικού δικαίου. Θα το επιχειρήσω σ’ αυτή την εισήγηση, λαβαίνοντας υπόψη μου κάποια περιστατικά επιστροφής πρώην χριστιανών στην εκκλησία τους, που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τη Σίφνο.

Οι εκχριστιανισμοί μεμονωμένων ατόμων ή οικογενειών έθεταν σε κίνδυνο την εσωτερική ειρήνη των κοινοτήτων στους κόλπους των οποίων συνέβαινε το γεγονός, αλλά και τη σχέση των κοινοτήτων αυτών προς τους μουσουλμάνους κυριάρχους. Πιστεύω πως δυο, κυρίως, ήταν οι λόγοι που τα περιστατικά επιστροφής στον χριστιανισμό μουσουλμάνων που προέρχονταν από χριστιανικές οικογένειες (καθολικές ή ορθόδοξες) δεν οδήγησαν στη βίαιη αντίδραση και καταστολή από τους Τούρκους, κατά τον 17ο αιώνα. Ως πρώτο λόγο θεωρώ το γεγονός της συνεχούς ετοιμοπόλεμης παρουσίας του βενετικού στόλου στο Αιγαίο, μέχρι και τις δυο πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα, έστω και αν κατέληξαν με την ολοκληρωτική αποχώρηση των Βενετών (αρχικά εξαιτίας του Κρητικού πολέμου, μετά εξαιτίας του πολέμου που οδήγησε στη συνθήκη του Κάρλοβιτς και στη συνέχεια με την εκστρατεία του Fr. Morosini). Ως δεύτερο λόγο θεωρώ το γεγονός, όπως είπα πιο πάνω, ότι δεν υπήρξε πουθενά στα κυκλαδονήσια μουσουλμανική κοινότητα που να διαμαρτυρηθεί και να αντιδράσει στο φαινόμενο του χριστιανικού προσηλυτισμού.

Είναι αλήθεια πως οι Κυκλάδες, λόγω του νησιωτικού τους χαρακτήρα, και μάλιστα παίρνοντας το κάθε νησί μεμονωμένα, δεν μπορούσε να αποτελέσει άμεσο κίνδυνο για την οθωμανική αυτοκρατορία και τη θρησκεία του μωαμεθανισμού. Για τούτο, ακόμα και αν παρατηρούνταν κινήσεις έξω ή στα όρια της νομιμοφροσύνης, οι Τούρκοι δεν αντιδρούσαν σκληρά και βίαια. Όντως, μόνο ως εξαιρέσεις πρέπει να χαρακτηριστεί ο απαγχονισμός του επισκόπου της Σύρας Ανδρέα Κάργα και του συνοδού ιερέα του. Έχουμε και εξανδραποδισμούς, αλλά όχι σε μεγάλη κλίμακα και αυτό πρέπει να οφειλόταν τόσο στον φιλήσυχο χαρακτήρα των νησιωτών που δεν έφταναν σε ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις, αλλά και στους Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι θεωρούσαν ως μεμονωμένα περιστατικά εκείνες τις πράξεις που όταν συνέβαιναν είτε στη ηπειρωτική Ελλάδα, είτε σε μεγάλα νησιά, επέσυραν βαριές ποινές και σκληρές καταστολές. Έτσι, ενώ ο ισλαμικός νόμος επέβαλε τη ποινή του θανάτου σε μουσουλμάνο (ακόμα και πρώην χριστιανό) που απαρνιόταν το ισλάμ και ενώ έχουμε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχουμε μαρτυρίες για εκτελέσεις πρώην μουσουλμάνων στο Αρχιπέλαγος.

Αν και αυτή ήταν η τακτική των Τούρκων, άγνωστο αν ως αποτέλεσμα μετριοπαθούς αντιδράσεως και αγνόησης ή επειδή δεν έφτασε ποτέ στα αφτιά της μουσουλμανικής δικαιοσύνης, η Καθολική Εκκλησία ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε τέτοιου είδους μεταστροφές ή επιστροφές στον χριστιανισμό. Ο αριθμός αυτών των μεταστροφών δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικός ώστε να θέσει σε επιφυλακή τους Τούρκους και να επισύρει τη μήνη τους, όμως η Αγία Έδρα ενεργούσε πάντοτε με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, τόσο από φρόνηση ως προς τους επιστρέφοντες, όσο και για να αποσοβήσει τυχόν μαζικές σφαγές και εκτοπίσεις χριστιανικών κοινοτήτων, που δεν ήταν άγνωστες στην οθωμανική και τη μουσουλμανική τακτική. Δεν επέτρεπε, λοιπόν, να γίνονται δεκτοί στην Καθολική Εκκλησία άτομα από τον μουσουλμανισμό, παρά μόνο μετά από ενδελεχή έλεγχο που ήταν και χρονοβόρος. Δεν μπορούσε, επίσης, να επιτρέψει πρωτοβουλίες σε τόσο ευαίσθητα θέματα στον οποιονδήποτε ιερέα ή και επίσκοπο ακόμα που ζούσε in partibus infidelium, προκειμένου να αποδέχεται και να βαπτίζει χριστιανούς πρώην μουσουλμάνους. Εξάλλου, μέχρι και σήμερα, δεν χορηγεί με ευκολία το Βάπτισμα ύστερα από μια απλή αίτηση, αλλά μετά από πολύμηνη κατηχητική προετοιμασία, κατά την οποία ο επίσκοπος, ιδιαίτερα τότε, όφειλε να εξακριβώσει επισταμένως τα κίνητρα της μεταστροφής. Πράγματι, οι επίσκοποι in partibus infidelium ήταν επίσκοποι με πλήρη επισκοπική δικαιοδοσία, αλλά σε ορισμένα θέματα έπρεπε να τηρήσουν μια διαφορετική οδό διάκρισης, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων που ίσχυαν στις χώρες τους. Ανάμεσα σ’ αυτά τα θέματα ήταν η αποδοχή μουσουλμάνων στον χριστιανισμό, καθώς και η άφεση στο αμάρτημα της αποστασίας.

Η φρόνηση της Αγίας Έδρας οδήγησε τελικά στην απαγόρευση της αποδοχής μουσουλμάνων στην Καθολική Εκκλησία και την επέτρεψε μόνο από επισκόπους ειδικά προς τούτο εντεταλμένους. Και επειδή δεν ήταν δυνατό να στέλνονται επίσκοποι από την Ιταλία για τον σκοπό αυτό, η Αγία Έδρα επιφόρτισε γι’ αυτή την ευθύνη τους εκάστοτε επισκόπους της Τήνου, στους οποίους ανέθετε κατά καιρούς και τα χρέη «Αποστολικού Επισκέπτη» (Visitatore apostolico) στο Αιγαίο. Ο θεσμός αυτός, αντίστοιχος προς εκείνον του πατριαρχικού Εξάρχου, έχει μελετηθεί αρκετά, ώστε να μη χρειάζεται οποιαδήποτε επεξηγηματική προσθήκη στην παρούσα εισήγηση.

Ο ρόλος του «Αποστολικού επισκέπτη», που πάντα ήταν επίσκοπος, ήταν ιδιαίτερα λεπτός και ενίοτε επικίνδυνος και για τούτο χρειαζόταν ιδιαίτερα φιρμάνια και άδειες προκειμένου να μπορεί να κινείται και να ενεργεί και να αποφασίζει σε άλλο τόπο έξω από τη δική του επισκοπική δικαιοδοσία, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί ως «κατάσκοπος του πάπα», κάτι που θα επέφερε την καταδίκη του στις γαλέρες, αν όχι και ένα ενδεχόμενο θάνατο. Για τον λόγο αυτό οι «Αποστολικοί επισκέπτες» δεν ήταν υπήκοοι του σουλτάνου, παρά σε σπάνιες περιπτώσεις, προκειμένου να καλύπτονται από ένα είδους διπλωματικής ασυλίας, την οποία εξασφάλιζαν οι χριστιανοί πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη, κατ’ εντολή των κυβερνήσεών τους. Όλα αυτά είναι γνωστά, όπως επίσης και το ότι οι «Αποστολικοί Επισκέπτες» ήταν ή Ιταλοί επίσκοποι, γνώστες προσώπων και πραγμάτων της Ανατολής, απεσταλμένοι επί τούτου (όπως π.χ. ο επίσκοπος Sebastiani), είτε επίσκοποι της Τήνου, Βενετοί υπήκοοι ως τα 1715, προκειμένου να τους καλύπτει η ασυλία του ξένου υπηκόου, που όμως ήταν πάντα εφοδιασμένος με τα σχετικά berat.

Έχουμε περιπτώσεις άφεσης από αποστασία που διασώθηκαν στα υπολείμματα των «Βιβλίων Πεπραγμένων» (Acta) του επισκόπου Τήνου Angelo Venier (1673-1699), όπου καταγράφονται όχι μόνο οι Επισκοπικές Πράξεις, αλλά και οι δικαστικές του αποφάσεις. Συμπεριλαμβάνονταν ακόμα πράξεις νοταριακής φύσεως της επισκοπικής γραμματείας και ορισμένες Πράξεις συνδεδεμένες με το αξίωμα του «Αποστολικού Επισκέπτη». Οι τρεις περιπτώσεις στις οποίες θα αναφερθώ βρίσκονται σε σχέση με όλη αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα. Η πρώτη απ’ αυτές τις Πράξεις είναι του 1694 και οι άλλες δυο του έτους 1696. Και στις τρεις περιπτώσεις έχουμε ως κοινούς παράγοντες την αποστασία και την άφεσή της από τον επίσκοπο Τήνου και Απ. Επισκέπτη A. Venier, ότι διαδραματίστηκαν στον ελληνικό χώρο και μάλιστα στο Αιγαίο και έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τη Σίφνο.

Σε καμιά από τις τρεις περιπτώσεις δεν αναφέρεται πώς αυτοί οι αποστάτες κατέληξαν στην Τήνο, για να ζητήσουν την άφεση από τον επίσκοπο A. Venier. Δυο ερμηνείες μπορώ να δώσω: α) πως δεν έγιναν δεκτοί από άλλους επισκόπους, με τους οποίους ήλθαν σε επαφή και ζήτησαν άφεση και ενσωμάτωση στην Εκκλησία και αυτοί να τους παρέπεμψαν στον επίσκοπο της Τήνου, και β) πως είχαν φτάσει στην Τήνο προσπαθώντας να αποφύγουν νησιά που βρίσκονταν κάτω από οθωμανικό έλεγχο, οπότε διέτρεχαν τον κίνδυνο να εντοπιστούν.

Για το ότι ο εκάστοτε «Αποστολικός Επισκέπτης» ήταν άμεσα και επί τούτου εξουσιοδοτημένος και επιφορτισμένος από την Αγία Έδρα να δέχεται τους αποστάτες από τη χριστιανική πίστη, θα παραπέμψω σε δυο περιπτώσεις που γνωρίζουμε απευθείας. Πρώτη είναι εκείνη του επισκόπου Τήνου-Μυκόνου Γεωργίου Περπινιάνη, για τον οποίο στις 8 Απριλίου 1608 εκδόθηκε η Βούλλα του πάπα Παύλου V «Cum te in Constantinopolim», με την οποία διοριζόταν Αποστολικός Επισκέπτης στην Κωνσταντινούπολη και στις άλλες καθολικές Εκκλησίες της Ανατολής και του Αιγαίου. Ανάμεσα στα διάφορα προνόμια και έκτακτες εξουσίες που του χορηγούσε ο πάπας και η Αγία Έδρα για την καλύτερη εκτέλεση της αποστολής του αναφέρονταν και τα εξής: «Ac quocumque a fide Catholica aberiantes, et ad gremium Sancte Matris Ecclesie  humiliter redire uolentes postquam errοres suοs publice uel secreto, prout tibi magis expedire uisum fuerit, abiurauerint ab erroribus suis in foro oonscientie uel etiam in utroque uel se uel alium, siue alios ex sociis tuis presbiteris idoneis, et ad id a te specialiter deputandis absolvere et liberare, ac eidem gremio, et unitati fidelium reconcilare, et agregare, iniuncta eis pro modo eccessum poenitentia salutari et alijs iuxta formam litterarum tibi de mandato nostro concesse per venerabiles fratres nostros S.R.E. cardinales inquisitores generales»[1].

H δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη του επισκόπου Giovanni Vincenzo Castelli που επισκέφτηκε τις καθολικές Κοινότητες των Κυκλάδων κατά τη διετία 1709-1711. Με παραπλήσιες εκφράσεις, όπως είναι φυσικό, στη Βούλλα «Cupientes ad animarum salutem» ο πάπας Κλήμης XI εξουσιοδοτούσε τον Αποστολικό Επισκέπτη να δέχεται τους αποστάτες, είτε αυτοί προέρχονταν από μη χριστιανική θρησκεία ή από κάποια μη καθολική χριστιανική κοινότητα [2].

‘Έχουμε ακόμα και την περίπτωση του μεταστραμένου στον χριστιανισμό Αλί/Νικολάου Daponte από την Άνδρο, γνωστού από αναφορές στο όνομά του (ονομαστικά και όχι εκτενέστερα) σε προγενέστερες μελέτες (βλ. βιβλιογραφία Β. Slot και Σ. Συμεωνίδη). Κι αυτός, αμέσως μετά τη μεταστροφή του έφυγε με την οικογένειά του από την Άνδρο, πέρασε από κάποια νησιά (Σύρο, Κέα, ίσως και Σίφνο) και τελικά κατέληξε στην Τήνο να αναζητήσει καταφύγιο, άγνωστο σε μας από ποιους κινδύνους, αλλά μάλλον από τους πρώην ομόθρησκους του [3].

Υπάρχει και η περίπτωση του Ιάκωβου Κουβαρά του ποτέ Πέρου από το χωριό Πλατιά της Τήνου, o οποίος περιγράφει πώς με τη βία τον έκαναν μουσουλμάνο στην Τουρκία και καταθέτει αίτημά του να επιστρέψει από την αποστασία (Μάρτιος 1678). [4] Υπάρχει και η περίπτωση του Αντώνιου, γιου του Γιάννη Ligno από την Άνδρο, που τον είχαν κάνει μουσουλμάνο στη Σμύρνη και επιθυμούσε να αποκηρύξει τον μωαμεθανισμό (Οκτώβριος 1677) [5].

Ας έρθουμε τώρα στις τρεις περιπτώσεις που μας ενδιαφέρουν αμεσότερα σ’ αυτή την εισήγηση και ας δούμε πρώτα τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Όπως είπα και πιο πάνω, δε γνωρίζουμε για το ποιος έστειλε ή με ποιον τρόπο οι τρεις αποστάτες κατέληξαν στην Τήνο και στον επίσκοπο του τόπου.

Αρχικά ο ενδιαφερόμενος παρουσιαζόταν στον επισκοπικό γραμματέα, τον ιερέα Δημήτριο Flascuni, και κατέθετε δήλωση και αίτηση για το θέμα. Ο γραμματέας ενημέρωνε τον επίσκοπο, ο οποίος από το αξίωμα του, εκτελούσε και χρέη εκκλησιαστικού δικαστή. Έφεση στην επισκοπική απόφαση μπορούσε να γίνει μόνο με προσφυγή στην Αγία Έδρα. Ο επίσκοπος είχε τη δυνατότητα της επιλογής διαδικασίας: in foro interno ή in foro externo, δηλ. είτε απλή τέλεση εξομολόγησης των αμαρτιών του αποστάτη ενώπιον του επισκόπου χωρίς να μπορεί να ακολουθήσει κανένα είδος δημοσιότητας, ούτε και η απλή καταγραφή του περιστατικού στα Βιβλία Πεπραγμένων (Acta), είτε με ανάκριση που γινόταν τουλάχιστο ενώπιον του επισκοπικού γραμματέα ή και άλλων εκκλησιαστικών αξιωματούχων, αν το έκρινε ως αναγκαίο ο επίσκοπος. Τότε τα Πρακτικά της ανάκρισης καταγράφονταν και στο τέλος ο επίσκοπος εξέδιδε ένα διάταγμα με το οποίο ο πρώην αποστάτης γινόταν επισήμως αποδεκτός στις τάξεις των πιστών ή όπου αλλού (π.χ. αν είχε υπάρξει στο παρελθόν κληρικός ή μοναχός).

Κατά την ανάκριση ο επίσκοπος ή ο αντικαταστάτης του έθετε μια σειρά ερωτημάτων, με τα οποία προσπαθούσε να διαπιστώσει τα στοιχεία ταυτότητας του ατόμου, με ποιον τρόπο και για ποιους λόγους απαρνήθηκε τη χριστιανική πίστη και κάτω από ποιες συνθήκες. Από τις απαντήσεις, προφανώς, θα εξαρτιόταν και η τελική απόφαση του επισκόπου Α. Venier να τον αποδεχθεί και πάλι στην καθολική Εκκλησία και με ποιους όρους, είτε να απορρίψει το αίτημα του ενδιαφερόμενου.

Ας δούμε, επίσης ποιος ήταν ο επίσκοπος Άγγελος Venier. Καταγόταν από τη ομώνυμη αριστοκρατική βενετική οικογένεια, η οποία είχε δώσει πολλούς και ονομαστούς άνδρες κατά την μακραίωνη ιστορία της Δημοκρατίας, ακόμα και δόγηδες. Ο ίδιος είχε γεννηθεί στη βενετοκρατούμενη Κρήτη στα 1637 από τον Lunardo Venier και την Ελληνίδα Πηγή Μεζέρη. Είχε σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Padova, διδάκτορας in utroque jure και είχε καταλάβει σημαντικές εκκλησιαστικές θέσεις στη Βενετία και στη Κρήτη. Όταν εξελέγη επίσκοπος Τήνου (1672) κατείχε τη θέση του Vicarius Generalis του Αρχιεπισκόπου Κρήτης και του επισκόπου Χανίων (Agiensis). Χειροτονήθηκε επίσκοπος Τήνου-Μυκόνου στα 1672 και με εισήγηση της Συνόδου της de Propaganda Fide o πάπας Ιννοκέντιος ΧΙ τον επέλεξε ως Αποστολικό Επισκέπτη των καθολικών Eκκλησιών του Αιγαίου Πελάγους (1677).

Άφησε πίσω του την εικόνα ενός εκκλησιαστικού άνδρα μετριοπαθή και συνετού, αλλά και πολύ πιο φιλελεύθερου στις αποφάσεις του (ίσως και λόγω της βενετικής του καταγωγής…) από άλλους συγχρόνους του επισκόπους των τουρκοκρατούμενων νησιών [6]. Έτσι είμαστε και προϊδεασμένοι για την ανεκτική του συμπεριφορά απέναντι στους αποστάτες που επέστρεφαν στη χριστιανική πίστη.

Πρώτη περίπτωση που παρουσιάζω είναι εκείνη του Ιταλού από το Livorno, Giovanni Filippo του q.m Bartolomio. Ο αποστάτης παρουσιάστηκε αυθόρμητα στον επίσκοπο και αφού δήλωσε το όνομά του, τον τόπο της καταγωγής του και την ηλικία του (ήταν 24 ετών), δήλωσε και τα εξής:

Πριν από 2,5 χρόνια είχε ενταχθεί στο πλήρωμα μια ναπολιτάνικης ταρτάνας στο Λιβόρνο και από εκεί, έχοντας φορτωμένο σιτάρι (χωρίς αναφορά για τον τόπο προορισμού), κατηφόριζαν προς τον νότο. Ενώ βρίσκονταν στο Canal Piombino (μεταξύ Elba και του ακρωτηρίου Piombino, στην κεντρική ακτή της Ιταλίας, απέναντι από την Κορσική, λίγο πιο κάτω από το Livorno), τους επιτέθηκε ένα αλγερινό πλοίο (barbarini) και οι πειρατές κυρίευσαν την ταρτάνα. Μετέφεραν στο Αλγέρι το πλήρωμα και τους πούλησαν σκλάβους. Από εκεί αγόρασε τον G. Filippo ένας αποστάτης χριστιανός από τη Μεσσήνη της Σικελίας και τον έφερε στη Χίο, όπου με μπαστουνιές τον ανάγκασε να γίνει μουσουλμάνος. Αναγκάστηκε να ομολογήσει τη μωαμεθανική πίστη μόνο με το στόμα, αλλά επειδή και οι δυο του γονείς ήταν καθολικοί, στην καρδιά του παρέμεινε χριστιανός. Παρέμεινε στη Χίο ως μωαμεθανός (turco) και μετά που του έκαμαν την περιτομή κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη Χίο με ένα γαλλικό πλοίο και μετά από περιπλάνηση σε διάφορα νησιά του Αιγαίου έφτασε στην Τήνο για να απαρνηθεί επίσημα τη θρησκεία στην οποία με τη βία τον ενέταξαν (abiura della setta maometana).

Η δεύτερη περίπτωση αφορά ένα κάτοικο της Πάρου (Parisi), τον Γεώργιο Σπυρίδο γιο του Ρουχιλίτη, ετών 35. Η οικογένεια είναι γνωστή της κοινωνίας της Πάρου, αφού την ίδια ακριβώς εποχή ένας ομώνυμος του Γεωργίου Σπυρίδου, πλούσιος Παριανός, εκλέχτηκε ως πρόξενος της Βενετίας στην Παροναξία στη θέση του Crusino Coronello (1680) [7]. Ένας άλλος, ο Ιωάννης Σπυρίδος, ήταν πρόκριτος του νησιού την ίδια επίσης περίοδο. Δε διαφαίνεται κανένα στοιχείο συγγένειας μεταξύ αυτών των επιφανών μελών της οικογένειας και του πρωταγωνιστή της ιστορίας μας.

O Γεώργιος Σπυρίδος που ζήτησε την επιστροφή του στην Εκκλησία είχε πάει να εργαστεί ως υπηρέτης σε κάποιον Νικήτα, στη Λέρο, και επειδή δεν του κατέβαλαν τους μισθούς του έφυγε και πήγε ως υπηρέτης σε ένα τούρκο ονομαζόμενο Mur Aga Furuazi. Μετά από ένα χρόνο έγινε τούρκος (= μωαμεθανός), με περιτομή και με την εξής τελετή: Ύψωσε ψηλά το δείκτη του χεριού του και είπε: «Laila Magha metec Resfulda» (αν μπόρεσα να διαβάσω σωστά). Αυτή την ομολογία μωαμεθανικής πίστης, δήλωσε ο Γιώργος Σπυρίδος, την έκαμε με την καρδιά του, παρόλο που ο πατέρας του και η μητέρα του ήταν ορθόδοξοι (cristiani di ritto greco) και τον είχαν διαπαιδαγωγήσει στη χριστιανική πίστη, απ’ την οποία, όμως, ποτέ δεν αισθάνθηκε ότι είχε απομακρυνθεί. Δυο μήνες αργότερα χριστιανοί κουρσάροι εισέβαλαν στη Λέρο και τον αιχμαλώτισαν ως τούρκο και τον πούλησαν στον Θοδωρή Δαφνόπολη (;) ο οποίος μετά από έξι μήνες τον μεταπούλησε στον κ. Zannetto Longino. Με το νέο του αφεντικό παρέμεινε 10 χρόνια περίπου, χωρίς ποτέ να εξομολογηθεί σε κάποιον ιερέα την αποστασία του. Ο Zannetto Longino, τον οποίο αγνοεί η μέχρι τώρα ιστοριογραφία των Κυκλάδων (απ’ όσο μπόρεσα να ερευνήσω), ήταν ένας πλούσιος και μορφωμένος άνδρας από τη Μήλο. Αρχικά έγινε δραγουμάνος του καπετάν πασά και μαζί του ταξίδευε στα νησιά του Αιγαίου είτε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις διαπραγματεύσεις με τους Βενετούς, είτε για την εξαγορά σκλάβων, μωαμεθανών και χριστιανών αντίστοιχα. Τελικά ο Longino παντρεύτηκε μια πλούσια κοπέλα από την Τήνο και εγκαταστάθηκε σε ένα από τα δυο νησιά (Τήνο ή Μήλο).

Ο Γεώργιος Σπυρίδος στο μεταξύ, σίγουρα ύστερα από ενθάρρυνση και παρότρυνση του αφεντικού του που βρισκόταν στην Τήνο, προσέφυγε στον επίσκοπο και αφού αναθεμάτισε τη μουσουλμανική σέκτα (setta ottomana), δήλωσε πως ήταν διατεθειμένος να δεχτεί οποιαδήποτε μετάνοια θα του επέβαλλαν οι λειτουργοί της Εκκλησίας προκειμένου να τον συγχωρήσουν και να τον αποδεχτούν πίσω στις τάξεις της. Στη συνέχεια έκανε ομολογία χριστιανικής πίστης (προφορική και γραπτή) και επιπροσθέτως δήλωσε πως επιθυμεί να ενταχθεί στην καθολική Εκκλησία (nella Santa Chiesa Romana Apostolica).

Την Πράξη αυτή χριστιανικής ομολογίας του Γιώργη Σπιρίδου την κατέγραψε και την υπέγραψε ο επισκοπικός γραμματέας Δημήτριος Φλισκούνης, ο οποίος τόνισε τις abnegazioni, detestationi e maledizioni που έκανε ο πρώην αποστάτης εναντίον της μουσουλμανικής πίστης και πως δεσμεύτηκε να ζήσει και να τηρήσει la fede uera di Christo.

Το ότι ο επίσκοπος Άγγελος Venier δεν εμφανίζεται πουθενά σ’ αυτή την πράξη άρνησης της αποστασίας, πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι εδώ έχουμε την περίπτωση απάρνησης του μωαμεθανισμού και ομολογία χριστιανικής πίστης από τον Γιώργη Σπυρίδο και όχι την αποδοχή της επιστροφής του εκ μέρους του επισκόπου. Η πράξη αποδοχής ήταν ένα συγκεκριμένο επισκοπικό Διάταγμα, το οποίο, απ’ ότι συμπεραίνω, δεν εκδόθηκε εκείνη τη στιγμή, αλλά αργότερα. Το κείμενο αυτού του Διατάγματος, με το οποίο να έγινε δεκτός ο Γ. Σπυρίδος στην καθολική Εκκλησία λανθάνει.

Το τρίτο περιστατικό αποτελεί μια ιδιώνυμη αποστασία, εκείνη του Ιωάννη Δούναβη του Ανδρέα από τη Σίφνο, ιδιώνυμη επειδή ήταν κληρικός (1696) [8].

Ο συγκεκριμένος «αποστάτης» είχε γεννηθεί στη Σίφνο. Επειδή δε γνωρίζουμε οικογένεια στη Σίφνο με αυτό το επώνυμο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ενδεχομένως επρόκειτο για οικογένεια που είχε μεταναστεύσει εκεί από τη Σύρα, όπου υπήρχε η οικογένεια Δούναβη. Ο Ιωάννης Δούναβης ήταν καθολικός στο δόγμα και είχε ενταχθεί στις τάξεις του κλήρου της εκκλησιαστικής επαρχίας της Μήλου, στην οποία υπαγόταν η Σίφνος και είχε φτάσει μέχρι και τον βαθμό του υποδιακόνου, πράγμα που τον υποχρέωνε να φέρει δημοσίως το εκκλησιαστικό ένδυμα.

Ένα χρόνο νωρίτερα, κατά δήλωση του ιδίου, είχε αποβάλλει το εκκλησιαστικό ένδυμα (ράσο) με δική του θέληση, εγκατάλειψε χωρίς άδεια του επισκόπου του την πατρίδα του και τη θέση του στη Σίφνο και επιδόθηκε στο κούρσος. Για τα πλοία στα οποία έζησε για ένα τουλάχιστο έτος, και στις πειρατικές δραστηριότητες των οποίων συνεργάστηκε δε μας δίνει καμιά πληροφορία, πλην του ότι ήταν πολλά (κάνει λόγο για armamenti) και πως ήταν ponentini, δηλ. δυτικής εθνικότητας.

Για τη δραστηριότητά του στις πειρατικές εξορμήσεις, δίνει την πληροφορία πως δεν διέπραξε ποτέ φόνο ή άλλο έγκλημα που να επέσυρε ιδιαίτερες εκκλησιαστικές ποινές. Βέβαια, τα αδικήματα για τα οποία τον κατηγορούσαν και που και ο ίδιος παραδέχτηκε κατά την ανάκριση ότι είχε διαπράξει, είχαν επισύρει επάνω του τουλάχιστο την ποινή του αφορισμού. Δεν είχαμε μόνο την εγκατάλειψη του εκκλησιαστικού ενδύματος και της θέσης του χωρίς έγκριση του επισκόπου του, αλλά είχε επιδοθεί και στα εγκλήματα της πειρατείας, της αρπαγής, της άσκησης βίας, τα οποία ήταν ιδιαίτερα βαριά για ένα κληρικό. Για όλες αυτές τις παραβάσεις είχε χαρακτηριστεί ως «αποστάτης». Δε γίνεται λόγος ούτε στις δυο-τρεις ερωτήσεις της ανάκρισης, αλλά ούτε και στη δήλωσή του, για το αν ο επίσκοπος Μήλου και Σίφνου (που ήταν τότε ο Ιωάννης Αντώνιος de Camillis) τον είχε καταδικάσει εγγράφως ή με προκήρυξη στους ναούς της συγκεκριμένης επισκοπής, για αυτά ή έστω για κάποια απ’ αυτά τα εγκλήματα και ποια ποινή του είχε επιβάλλει. Πάντως όλα αυτά ήταν εκκλησιαστικά αδικήματα και εγκλήματα τα περισσότερα από τα οποία επέφεραν τον αυτόματο αφορισμό (ipso facto) [9].

Έτσι ο επίσκοπος Venier έχοντας διαπιστώσει τη μεταμέλεια και τη μετάνοια του Δούναβη, τον απήλλαξε από τις αμαρτίες της αποστασίας και από τον αφορισμό, και αφού του επέθεσε το εκκλησιαστικό ένδυμα (απλώς το ράσο ή την tunicella που είναι το ενδεικτικό άμφιο του βαθμού του υποδιακόνου;), του έδωσε ως «κανόνα» (= επιτίμιο) να επιστρέψει στην εκκλησιαστική επαρχία στην οποία ήταν ενταγμένος και να υπηρετήσει για ένα έτος, είτε στη Μήλο είτε στη Σίφνο, χωρίς καμιά αναγνώριση της προσφοράς και της εργασίας του, χωρίς καμιά ανταμοιβή και με στέρηση του δικαιώματος να μπορεί να λάβει άλλη χειροτονία, καθ’ όλο αυτό το διάστημα, σε μεγαλύτερο βαθμό (διάκονος).

Μετά απ’ αυτή τη συμφιλίωση, ο Ιωάννης Δούναβης χάνεται από το προσκήνιο της ιστορίας. Δεν συναντούμε πουθενά αλλού, σε δημοσιευμένη πηγή, το όνομά του, ούτε και κάποια άλλη πληροφορία για τη μελλοντική του τύχη. Δεν ξέρουμε ούτε και για το αν επέστρεψε στη Μήλο ή την πατρίδα του τη Σίφνο, προκειμένου να εκτελέσει το επιτίμιο που του είχε επιβάλλει ο επίσκοπος Venier.

Τελειώνοντας αυτή την εισήγηση, θέλω να παρατηρήσω, πως τα διάφορα γεγονότα και περιστατικά που συνέβηκαν την ταραγμένη εκείνη εποχή και που δικαιολογημένα χαρακτήρισαν τις Κυκλάδες ως Archipelagus turbatus, πρέπει να εξετάζονται στις διάφορες παραμέτρους που τα διαμόρφωσαν, πολιτικές, οικονομικές και εκκλησιαστικές. Μόνο έτσι κάποιες απλές ανθρώπινες ιστορίες, συχνά τραγικές, είναι δυνατόν να ερμηνευτούν, να τοποθετηθούν σωστά στην εξέλιξη των γεγονότων και, με τη σειρά τους, γίνονται να γίνουν παράγοντες διαμόρφωσης της γενικότερης ιστορίας ενός τόπου και ενός ή περισσότερων θεσμών.

ΕΓΓΡΑΦΟ

d(etto) = 20 febraro 1678

Comp(aru)e alla p(rese)ntia del mons(igno)r Ill(ustrissi)mo e R(euerendissi)mo Vescouo di Tine et Visitator Ap(ostoli)co / (f. 31v) del mar Egeo Joanni Dunaui de And(re)a natiuo di Siffanto in habito secolare, et flexis genibus ha supplicato S. S. Ill(ustrissi)ma che hauendo gia deposto l’ habito clericale come subdiacono portaua et de aut(ori)ta propr(i)a portatosi al corso con armamenti ponentini, uiuendo alla secolare, et ….citendo atti contrarij al stato clericale coll’ … al solito di corsari … seruita, percio S.S. Illustrissima rimettergli l’ habito, et assoluerlo da ogni censura, et apostasia che incorso fosse, promettendo con giuramento di uiuer in auenire cristianamente e da buon cherico.

Interogato da S.S. Illustrissima quanto tempo habbi fatto nel corso,

R(ispo)se: un anno certamente.

Int(erogat)o se in questo tempo habbia comesso qualche homicidio o altro dellitto che lo constituisca in irregolarita,

R(ispose). No.

Quibus habitis S. S. Illustrissima assolue / (φ. 32r) il medesimo cosi dell’ apostasia come dalla scomunica et ha rimesso l’ habito clericale, hauendogli imposta penitenza salutare di seruir per un anno la chiesa di Millo a cui è soggetto, et a beneplacito di quel uescouo suo ordinario per anno uno senza alcuna ricognitione ne emolumento, non puotendo in questo tempo esser promosso ad un altro ordine, et sic etc.

Nos Angelus Venerio

Dei et Apostolicae Sedis gratia Episcopus Tinensis

et Apostolicus Visitator Maris Egei.

Universis et singulis presentes nostras iusuris et lecturis patent, et sit actum quale die 20 mensis Februarij 1678 comparuit personaliter coram nobis Joannes Dunaui subdiaconus Dioecesis Millensis, qui habitum clericalem deposuerat propria auctoritate, et per annum in statu seculari continuo permanserat, non solum laicaliter uiuendo, sed et actus omnino clericali uitae contrarios, ut potum armas cum piratis exercendos, simpliciter instans, et petens flexis genibus absolui ab apostasia / excomunicatione, suspensione ab ordinibus susceptis et imfamia in quibus constat incursus secondum Juris dispositionem, restitutusque in pristinum statum cum habitus clericalis reasumptione, ostendus presentiam et plenam emendationem de soli crimine, et promuttens iure iurando uitam suam in melius reformandam. Idcirco melioram nos de illo et salutis suae … expectantes de misericordia quae super exaltat iuditium has poenas auctoritate qua fungimus ut Apostolicus Visitator Maris Aegei eidem duximus relaxandas, et relaxamus indulgentes eidem ut non obstantibus his, reassumere habitum clericalem, et in susceptis ordinibus licite administrare in Ecclesia Milensi uel Siffunensi ad beneplacitum sui ordinarij nec non ad superiores ordines conscendere post annum tamen de… ponit imfamiam insuper canonicam propter hoc per eundem contractam penitus absoluentes, restituimus illum in integrum pristinus statui, ac famae.

In quorum fidem , etc.

Datum Tinis, die et annum ut supra 20 februarij 1678.-

π. Μάρκος Φώσκολος
Αρχειοφύλακας και Βιβλιοθηκάριος
Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου-Τήνου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ben J. Slot, Archipelagus turbatus. Les Cyclades entre colonisation latine et occupation ottomane c.1500-1718, t. Ι-ΙΙ, Leiden 1982.

Ιωάννης Δ. Ψαράς, Η βενετοκρατία στην Τήνο την εποχή του Κρητικού Πολέμου (1645-1669), διδακτορική διατριβή [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, Παράρτημα, αρ. 56], Θεσσαλονίκη 1985.

Σίμος Συμεωνίδης, Οι εκχριστιανισμοί μωαμεθανών στις Κυκλάδες αίτιο κατηγορίας στις διαμάχες των καθολικών, ΕΕΚΜ 12 (1965) σ. 183-235.

Σίμος Συμεωνίδης, Σκλάβοι και δουλέμποροι κατά τον 17ο αιώνα, Σιφνιακά 18 (2010), σ. 5-86.

[1] Όλο το κείμενο της Βούλλας, αντίγραφο από το πρωτότυπο, στο Αρχείο Καθολικής Επισκοπής Τήνου (ΑΚΤ), κωδ. 1, φφ. 26ν-32r).

[2] Μάρκος Φώσκολος, Αι μικραί καθολικαί κοινότητες των Κυκλάδων κατά τας αρχάς του ΙΗ’ αι., Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών 10 (1974-76) σ. 302.

[3] Μάρκος Φώσκολος, Ανδριακά έγγραφα του 16ου-18ου αιώνα. Ο φάκελος 23 του Αρχείου της Μονής Αγίας Άνδρου, Άγκυρα 3 (2010) σ. 119-171.

[4] ΑΚΤ, φακ.2, εσ. IV, φφ. 33-34. Πρόκειται σύντομα να δημοσιεύσω τα έγγραφα της περίπτωσής του.

[5] ΑΚΤ, φακ.2, εσ. IV, φφ.14-15.

[6] Β. Slot, Archipelagus turbatus, I, σ. 222 κ.ε.

[7] Β. Slot, Archipelagus turbatus, Ι, σ. 206.

[8] ΑΚΤ, φακ. 2, εσ. IV, φφ. 31r-32.

[9] Lucius Ferrarius, Prompta Bibliotheca canonica, juridica, moralis, theologica, Bononiae – Venetiis 1752, I, λήμμα Apostasia.

Comments are closed.