Εορτολόγιο εβδομάδας 7-13/12

Published on: 7 Δεκεμβρίου 2015

Filled Under: Αναγνώσματα

Views: 1030

Tags:

Δευτέρα 7/12 – Αμβροσίου επισκόπου

Sant Ambrogio Σήμερα και οι δύο Εκκλησίες, Καθολική και Ορθόδοξη, εορτάζουν έναν από τους πιο γνωστούς και μεγάλους Αγίους της αρχαίας Εκκλησίας. Ο Άγιος Αμβρόσιος θεωρείται από τους πιο ένδοξους και λαμπρούς Πατέρες της Εκκλησίας της Δύσεως. Εκείνη την εποχή ο χριστιανισμός έπαιρνε μεν το δρόμο της ελευθερίας, όμως, είχε να αντιμετωπίσει πλείστες όσες δυσκολίες και από τους κοσμικούς άρχοντες και από τους αιρετικούς, γΓ αυτό στο πρόσωπο του Αμβροσίου έβρισκε τον καλύτερο υποστηρικτή του, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Κοντολογίς, να πώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη φυσιογνωμία του Αμβροσίου: γλυκύς και καλοκάγαθος με τους ταπεινούς, σκληρός και ανένδοτος με τους δυνατούς. Με τις αρετές του αυτές ο διακεκριμένος Επίσκοπος του Μιλάνου αγκάλιαζε και υποστήριζε πάντα τους μικρούς και καταπιεσμένους, κατακεραύνωνε με τη γνήσια θεολογική διδασκαλία την πιο μεγάλη μάστιγα του χριστιανισμού της εποχής εκείνης, τον αρειανισμό, και καυτηρίαζε τέλος με το λόγο τους άρχοντες, υποτάσσοντάς τους κάτω από τη δική του πνευματική εξουσία.

Είναι μάλλον δύσκολο να καθοριστεί επακριβώς το έτος γεννήσεώς του (334, 339, 340). Είναι όμως σαφές, ότι καταγόταν από αριστοκρατική ρωμαϊκή οικογένεια. Κάποια αρχαία επιγραφή αναφέρει ότι ανήκε στην ευγενή οικογένεια των Αυρηλίων, πιθανόν ελληνικής καταγωγής. Όμως, αυτή η υπόθεση δεν φαίνεται να στηρίζεται ιστορικά. Απλώς δίνει την εξήγηση ότι ο Αμβρόσιος ήταν γνώστης της ελληνικής και είχε διαβάσει και μελετήσει όλους τους ανατολικούς Πατέρες, υπό την καθοδήγηση του δασκάλου του Σιμπλικιανού, τον οποίο και διαδέχθηκε στο θρόνο.

Ο πατέρας του ήταν έπαρχος στους Τρεβήρους της Γαλλίας, σπουδαία πόλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και πέθανε νέος, αφήνοντας τρία νήπια (Μαρκελλία, Σάτυρο, Αμβρόσιο). Μετά το θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια επέστρεφε στη Ρώμη, όπου ο Αμβρόσιος και ο αδελφός του μορφώθηκαν σύμφωνα με τις συνήθειες της κοινωνικής τους τάξεως (η αδελφή του ασπάσθηκε το μοναχισμό και αγίασε). Αφού τερμάτισε με λαμπρά αποτελέσματα τις σπουδές του, στο «Δίκαιο», στάλθηκε σε διάφορες κυβερνητικές αποστολές και τελικά διορίστηκε Διοικητής στο Μιλάνο και τις γύρω περιοχές της Λιγουρίας και της Εμιλίας. Ο έπαρχος του Σιρμίου, στενός φίλος του Αμβροσίου, πληροφορηθείς τη νέα του θέση, τον αποχαιρέτησε με μια φράση, η οποία υπήρξε προφητική: «Πήγαινε, του λέγει, και μη συμπεριφερθείς ως κριτής, αλλά ως ιεράρχης.»

Ο νέος διοικητής δεν άργησε να προσαρμοστεί στη νέα μεγάλη του θέση, παρά το γεγονός ότι είχε να αντιμετωπίσει φοβερές διαμάχες, μεταξύ του λαού, για θρησκευτικούς κυρίως λόγους. Οι διαμάχες αφορούσαν τα δύο στρατόπεδα των γνήσιων χριστιανών και των αιρετικών αρειανών. Μετά το θάνατο του αρειανού Επισκόπου της πόλεως Αυξεντίου, τον οποίο είχε επιβάλει η βασιλομήτορα Ιουστίνα. αφού εξόρισε το νόμιμο Επίσκοπο Διονύσιο, πήγαινε να ξεσπάσει σοβαρή αναταραχή μεταξύ των δύο παρατάξεων. Ο Αμβρόσιος, υπό την ιδιότητα του Κυβερνήτη της περιοχής, προσπάθησε να επιβάλει την τάξη και επενέβη σε μια μεγάλη συγκέντρωση λαού και κλήρου, για την εκλογή του νέου ποιμένα τους. Μέσα στην πύρινη ατμόσφαιρα των αντιπάλων, ο δυναμικός Αμβρόσιος, με λόγια ειρηνικά αλλά και πειστικά, επέβαλε την τάξη και έφερε τη συμφιλίωση. Όπως λέει η παράδοση, μέσα στη σιωπή της δυναμικής του επιβολής, μια παιδική φωνή ακούστηκε: «Ο Αμβρόσιος Επίσκοπος… ο Αμβρόσιος Επίσκοπος…» Φωνή που πήρε διαστάσεις και, σύσσωμος ο λαός, ακόμα κι αυτοί οι αρειανοί, την επιδοκίμασαν.

Οι βιογράφοι του Αμβροσίου αναφέρουν ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει αυτό που ζητούσε ο λαός. Δεν αισθανόταν άξιος, δεν ήταν ακόμη βαπτισμένος (ήταν κατηχούμενος) και θεωρούσε αβάστακτο το επισκοπικό φορτίο. Γι αυτό, εγκαταλείπει το παλάτι και κρύβεται. Ζητά από τα αδέλφια του συμβουλές και τα καλεί κοντά του για συμπαράσταση. Τελικά θα υποκύψει. Απαλλάσσεται από τις κοσμικές του εξουσίες, με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα, και καταρτίζεται από τον Άγιο ιερέα Σιμπλικιανό, που θα σταθεί κοντά του σ’ όλη την επισκοπική του ποιμαντορία. Στις 30 Νοεμβρίου του 374 λαβαίνει το βάπτισμα και στις 7 Δεκεμβρίου χειροτονείται Επίσκοπος.

Η γνώση της ελληνικής γλώσσας τον βοήθησε να αναλάβει, ήδη από την αρχή της ιεραποστολής του, τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις (διδασκαλία, εκκλησιαστική πειθαρχία, λειτουργικά και διαχειριστικά) πάνω στα πρότυπα του ανατολικού ασκητισμού, όπως τα χάραζαν ο Αθανάσιος, ο Ωριγένης, ο Φίλων κ.ά. Σ’ αυτή την πρώτη περίοδο ανήκουν τα γνωστά έργα του «Περί Παρθένων» και «Χηρών», έργα ερμηνευτικά, ασκητικής, ηθικής και πλήθος επιστολών. Για να γράψει όλα αυτά, έπαιρνε ώρες από τον ύπνο του, αφού την ημέρα ήταν απασχολημένος με την ποιμαντική…

Ως Επίσκοπος, από την αρχή της νέας του σταδιοδρομίας, θέλησε να δώσει υψηλό παράδειγμα πτώχειας και αγαθοεργίας, γΓ αυτό μοίρασε στους φτωχούς όλη την περιουσία της οικογένειάς του, στη Ρώμη και την Αφρική. (Το παράδειγμά του ακολούθησαν και τα αδέλφια του.)

Το 378, ύστερα από βαθιά μελέτη των Γραφών, αρχίζει τον «πόλεμο» κατά του αρειανισμού, γράφοντας το σύγγραμμα «Περί Πίστεως». Πρόκειται για πολύ δυναμικό γραπτό, που επηρέασε κι αυτόν τον αυτοκράτορα, σε βαθμό που να διαγράψει τον αρειανισμό και την ειδωλολατρεία και να διακηρύξει μόνη θρησκεία της αυτοκρατορίας τη χριστιανική πίστη.

Την ίδια εποχή, οι βάρβαροι σκορπούν στην περιοχή του τον όλεθρο, την καταστροφή, το θάνατο. Μπρος στη γενική ανέχεια, ο δυναμικός Επίσκοπος επεμβαίνει με μια χειρονομία, που προκαλεί το θαυμασμό. Σπάζει τα ιερά χρυσά ποτήρια και τα μοιράζει στους φτωχούς, συνάμα δε ζητά από τους επισκόπους της περιοχής να κάνουν το ίδιο. Για την πράξη του αυτή κατηγορείται από τους αρεια-νούς, στους οποίους απαντά: «Τα Μυστήρια δεν έχουν ανάγκη από χρυσό, γιατί δεν αποκτώνται με χρυσό.» Ένα άλλο έργο του Επισκόπου Αμβροσίου, πο^τον εξαντλούσε κυριολεκτικά, ήταν το κήρυγμα. Κήρυττε ωραία, αλλά συμπεριφερόταν ακόμη πιο ωραία. Δεν περιοριζόταν στο να δίνει συμβουλές, αλλά με το δικό του παράδειγμα τις έκανε πιο αποτελεσματικές. Απαράμιλλη ήταν η ασκητική του ζωή με τις φοβερές απονεκρώσεις του. Έτρωγε μια φορά την ημέρα και μάλιστα πολύ λιτά.

Τον Αμβρόσιο δεν τον απασχολούσαν μόνο τα πράγματα της μητροπολιτικής του επαρχίας, αλλά και άλλα γενικότερα θέματα της Εκκλησίας, ακόμη κι αυτής της αυτοκρατορίας, σε Δύση και Ανατολή. Έτσι, είτε προσωπικά, είτε με αποσταλμένους, προσπαθούσε να εξομαλύνει καταστάσεις, να φέρει την ειρήνη και την ομόνοια παντού όπου υπήρχε ανάγκη. Παροιμιώδεις έχουν μείνει στη ζωή του οι διαβολές και οι «ίντριγκες» της περίφημης βασιλομήτορας Ιουστίνας,; η οποία υπερασπιζόταν και υποκινούσε τους αρειανούς επισκόπους κατά του Αμβροσίου και κατά του ορθοδόξου χριστιανικού λαού, συνάμα δε βοηθούσε τους σφετεριστές των ιερών ναών, οι οποίοι, κάθε λίγο και λιγάκι, με τη δύναμη του στρατού, επιχειρούσαν καταλήψεις. Πάντα όμως μάταια, γιατί ο Αμβρόσιος με το λαό του αγρυπνούσε.

Στη ζωή του Αγίου Αμβροσίου αναφέρεται επίσης ένα άλλο φοβερό γεγονός, το αιματοκύλισμα του λαού της Θεσσαλονίκης από τους στρατιώτες του Θεοδοσίου. Πρόκειται για 7.000 θύματα με αφορμή τους φόνους κάποιων βασιλικών προσώπων, από πολίτες αυτής της πόλεως. Όταν ο Αμβρόσιος πληροφορήθηκε το φρικτό έγκλημα στέλνει στον αιμοσταγή Θεοδόσιο μιαν αυστηρότατη επιστολή: «…Αυτό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη, του γράφει, δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία… Είναι ανάγκη να συμφιλιωθείς με το Θεό… Το αμάρτημα δεν εξαλείφεται παρά μόνο με δάκρυα και μετάνοια…» Κλείνοντας την επιστολή του λέγει: «Δεν θα τελούσα ποτέ τη Θεία Ευχαριστία ενώπιον σου…» Ο Θεοδόσιος μόνον αφού συμμορφώθηκε με τα λόγια του Επισκόπου κι αφού έκανε ειλικρινή δημόσια μετάνοια, μπόρεσε να συμφιλιωθεί με την Εκκλησία (Χριστούγεννα του 390).

Ο ‘Μέγας;. αγωνιστής του Χριστού, που πάλεψε σ’ όλη του τη ζωή για τα δικαιώματα της Εκκλησίας, την ελευθερία της, την πίστη της και τη χρηστή διαχείριση, αλλά και που δεν έπαψε να συμβουλεύει και να καθοδηγεί τους κοσμικούς άρχοντες για το καλό του λαού, παρέδωσε την ωραία του ψυχή στο Δημιουργό, στις 4 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, το έτος 397. Ετάφη με δική του επιθυμία στην Αμβροσιανή Βασιλική του Μιλάνου, δίπλα στα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων Γερβασίου και Προτασίου.

Εορτάζεται, κατ’ εξαίρεση, όχι την ημέρα του θανάτου του αλλά στις 7 Δεκεμβρίου, ημέρα της Επισκοπικής του χειροτονίας.

Υποθήκες του Αγίου Αμβροσίου προς τους πολιτικούς άρχοντες:

«Τα θεία δεν υποτάσσονται στον αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας στο ανάκτορο του, κι ο ιερέας στην εκκλησία του. Ο αυτοκράτορας ανήκει στην εκκλησία, αλλά δεν είναι υπεράνω της εκκλησίας, την οποία οφείλει να υπερασπίζεται και να σέβεται.».

Τρίτη 8/12 – ΑΜΙΑΝΤΟΥ ΣΥΛΛΗΨΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ – Πανήγυρις

Immacolata Concezione della Beata Vergine MariaΜια άλλη εορτή της Παναγίας σήμερα, από τις πιο χαρμόσυνες του έτους, γιατί μας θυμίζει το υψηλότερο και ωραιότερο προνόμιο με το οποίο την προίκισε ο Θεός: το «άσπιλον». Πρόκειται για δογματική αλήθεια που θέσπισε η Καθολική Εκκλησία, επί Πάπα Πίου 9ου, στις 8 Δεκεμβρίου 1854. Η πεποίθηση όμως του χριστιανικού λαού περί της «Ασπίλου Συλλήψεως της Παναγίας» (αγιάστηκε κατά τη στιγμή της συλλήψεώς της στα σπλάχνα της Αγίας Αννας), είναι πολύ παλιά στην παράδοση της Εκκλησίας. Το δόγμα, λοιπόν, του 1854 δεν αποτελεί καινοτομία. Απλώς ήρθε να επικυρώσει μια πολύ παλαιά χριστιανική παράδοση, την οποία βρίσκουμε και στις δύο χριστιανικές Εκκλησίες, όταν ακόμη ήσαν ενωμένες. Έτσι, οι Πατέρες της Ανατολής, εξυμνώντας την Αειπαρθένο Θεοτόκο, χρησιμοποιούσαν εκφράσεις, οι οποίες την τοποθετούσαν, θα έλεγε κανείς, εκτός του προπατορικού αμαρτήματος.

Πράγματι, οι λέξεις: «άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε, αγνή Παρθένε» τι άλλο μπορούν να υποδηλώνουν, εκτός από το «άσπιλον» της Παναγίας;

Στο Θεολογικό τομέα της Δύσεως υπήρχε κάποιος δισταγμός μπρος σ’ αυτή τη μαριολογική αλήθεια, όχι ασφαλώς για την «Κεχαριτωμένη», όπως άλλωστε την αποκάλεσε ο άγγελος, αλλά από φόβο μήπως η «εξαίρεση» έθιγε την απολυτότητα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Σ’ αυτό το δισταγμό, ικανοποιητική απάντηση δίνει ένας γνωστός και – πολύ λεπτολόγος θεολόγος της εποχής, ο Φραγκισκανός Ιωάννης Duns Scoto (1300). «Και η Παναγία, λέγει, απολυτρώθηκε από το Χριστό, αλλά προκαταβολικά – προ και εκτός χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι η Παναγία προφυλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα εν όψει των αξιομισθιών του Θείου Υιού της. Αυτό, συμπεραίνει ο Duns Scoto, ήρμοζε, ήταν δυνατό, άρα έγινε.» Η θεολογία αυτή του Duns Scoto, επηρέασε τη σκέψη των μεταγενέστερων θεολόγων και έτσι η διδασκαλία της «Ασπίλου Συλλήψεως» είχε τεράστια εξέλιξη. Από το 1476, η εορτή της Αμιάντου Συλλήψεως εισήλθε στο Ρωμαϊκό Ημερολόγιο. Δύο δε γνωστοί και μεγάλοι Άγιοι της Δύσεως, λάτρεις της Παναγίας (ο Leonardo Da Porto Maurizio και ο San Bernardino Da Siena), με το θερμό κήρυγμά τους, συνέβαλαν πολύ σ’ αυτή τη θεομητορική ευλάβεια.

Το 1830, σε κάποια οπτασία της Παναγίας στην Αικατερίνη Λαμπουρέ, η Θεοτόκος παρότρυνε τη μοναχή να διαδώσει τη λεγόμενη «θαυματουργή μεντάγια», που απεικόνιζε τη Θεοτόκο (ασπίλου συλλήψεως). Η διάδοση της μεντάγιας αυτής βρήκε τόση απήχηση στους πιστούς, ώστε πολλοί Επίσκοποι να ζητούν από τον Πάπα την ανακήρυξη του δόγματος, που ήταν πια ριζωμένο στη συνείδηση των χριστιανών. Πράγματι, όπως είπαμε στην αρχή, το δόγμα θεσπίστηκε στις 8-12-1854. Ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος για το λαό του Θεού η επικύρωση της χριστιανικής αλήθειας, που, όπως ειπώθηκε, είχε ωριμάσει στη συνείδηση ολόκληρου του χριστιανικού λαού.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, οι εμφανίσεις της Παναγίας στην Αγία Βερναδέττη, στη Λούρδη, ήρθαν να επιβεβαιώσουν τη χριστιανική συνείδηση, που εκφράστηκε επίσημα από την Εκκλησία.

«Το όνομά μου είναι Αμίαντος Σύλληψις», είπε «η Κυρία» της σπηλιάς της Μασαμπιέλ, όταν η μικρή Βερναδέττη επίμονα ζητούσε να της πει το όνομά της.

Από την ευλάβεια αυτή στην Παναγία, με την οποία εξυμνείται η «ολική αγιωσύνη της» (Κεχαριτωμένη), προήλθαν τα καινούργια γυναικεία ονόματα: Κονκέττα (Concetta) στα ιταλικά, και Κονσεψιόν (Concepcion) στα ισπανικά. Λέξεις που τονίζουν το αναμάρτητον, την απόλυτη αγνότητα της Θεοτόκου, και από το προπατορικό και από κάθε άλλο προσωπικό αμάρτημα. «Κεχαριτωμένη».

Τετάρτη 9/12 – Λευκαδίας και Βαλερίας μάρτυρος

Σύμφωνα με την πρωτοχριστιανική παράδοση, η Λευκαδία, γενναία κόρη της Ισπανίας, μαρτύρησε για την πί-στη κατά το διωγμό του Διοκλητιανού (3ος αιώνας), στο Τολέδο, το οποίο την θεωρεί Προστάτιδά του.

Την Αγία Βαλερία, κι αυτή μάρτυρα της πίστεως, την συναντούμε κοντά σ’ ένα Γάλλο ιεραπόστολο, ο οποίος πρωτόφερε το χριστιανισμό στη μεγάλη αυτή χώρα. Πρόκειται για τον Άγιο Μαρτσιανό (3ος αιώνας). Αυτός την μετέστρεψε και της έδωσε το Βάπτισμα. Πάντα κατά την παράδοση, η Βαλερία πρόσφερε τα υπάρχοντά της στους φτωχούς, αλλά προπαντός πρόσφερε την αγνότητά της στον Κύριο, και την ίδια τη ζωή της.

Πέμπτη 10/12 – Υπεραγίας Θεοτόκου της εν Γουαδελούπη

Παρασκευή 11/12 – Δαμάσου πάπα Ρώμης

Σάββατο 12/12 – Σπυρίδωνος επισκόπου

Κυριακή 13/12 – 3η Κυριακή της Παρουσίας – Λουκίας παρθενομάρτυρος, Ευστρατίου μάρτυρος

Santa LuciaΤο όνομα Λουκία, από το λατινικό lux – lucis, σημαίνει φως και μάλιστα το πρώτο φως της αυγής. Συνεπώς, Λουκία σημαίνει η φέρουσα φως. Αυτοί είναι οι συμβολισμοί του ονόματος της σημερινής μας Αγίας, που η Εκκλησία με εξέχουσα τιμή εορτάζει.

Η Αγία Λουκία, καταγόμενη πιθανόν από τις Συρακούσες της Σικελίας, είναι γνωστή σ’ όλον το χριστιανικό κόσμο. Η ευλάβειά της είναι σύγχρονη με την ευλάβεια των πιο αρχαίων μαρτύρων της χριστιανοσύνης. Η εορτή της στις 13 Δεκεμβρίου είχε καθιερωθεί από τον 4ο αιώνα. Γο όνομά της το συναντούμε στο λειτουργικό «Κανόνα» της Θείας Λειτουργίας από τον 5ο αιώνα. Στη Ρώμη εορταζόταν από τον 6ο αιώνα. Στον τάφο της, στις Συρακούσες, επιγραφές και μνήμες αποδεικνύουν παλαιότατη ευλάβεια προς τη μάρτυρα και η λειτουργία προς τιμήν της υπήρχε από τους πρώτους αιώνες.

Πρέπει να πούμε, όμως, ότι σ’ ό,τι αφορά το μαρτύριο της, δεν υπάρχουν σίγουρες πληροφορίες, αλλά μόνο παραδόσεις, λίγο ως πολύ πιστευτές. Ο θρύλος του μαρτυρίου της τοποθετείται στο διωγμό του Διοκλητιανού και η ζωή της γενικά μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:

Η Λουκία, πανέμορφη κόρη των Συρακουσών, είναι αρραβωνιασμένη μ’ έναν πλούσιο νέο, πατριώτη της. Ύστερα από μια θαυματουργική θεραπεία της μητέρας της, διαλύει τον αρραβώνα. Ο νέος δεν δέχεται τόσο εύκολα να εγκαταλείψει εκείνη που αγαπά, και χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να την μεταπείσει. Η Λουκία μένει ανένδοτη, διότι έχει αφιερωθεί στο Θεό και σ’ αυτόν μόνο ανήκει. Εκείνος, βλέποντας την ακαμψία της, την προδίδει ως χριστιανή στον έπαρχο, ο οποίος ανοίγει μαζί της διάλογο που καταλήγει σε πραγματική θρησκευτική μαρτυρία. Βλέποντας κι αυτός ότι δεν μπορεί να την μεταπείσει, την απειλεί ότι θα την οδηγήσει σε διαφθορείο. Εκείνη του απαντά: «Το σώμα δεν μολύνεται αν η ψυχή δεν ενδώσει. Εάν εσύ με βιάσεις, παρά τη θέληση μου, η αγνότητά μου θα αξιωθεί να λάβει διπλό στεφάνι.» Ο τύραννος έπαρχος θα την υποβάλει σε φοβερά και παρατεταμένα μαρτύρια μέχρι να παραδώσει το πνεύμα της.

Η Αγία Λουκία θεωρείται προστάτιδα των ματιών, παράδοση που στηρίζεται τόσο στο συμβολικό της όνομα, όσο και στο μαρτύριο της, κατά το οποίο οι δήμιοι της ξερίζωσαν τα μάτια. Γι’ αυτό και η χριστιανική τέχνη παρουσιάζει την Αγία με τα σύμβολα του μαρτυρίου της, και τα μάτια της να τα κρατά μέσα σ’ ένα δίσκο.

Comments are closed.