Εορτολόγιο εβδομάδας 29/9 – 4/10

Published on: 28 Σεπτεμβρίου 2015

Filled Under: Αναγνώσματα

Views: 1718

Tags:

29/9 – Αρχαγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ

OggionoΠριν τη μεταρρύθμιση του Μαρτυρολογίου, οι τρεις παραδοσιακοί Αρχάγγελοι, σύμβολο και σύνοψη των στρατιών των πνευματικών ουρανίων δημιουργημάτων, εορτάτάζονταν σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Το νέο λειτουργικό «Καλεντάριο» της Καθολικής Εκκλησίας τους συγκέντρωσε σε μια μοναδική μέρα, σ’ αυτήν που μέχρι τώρα αποδιδόταν στον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Στην περίπτωση των τριών Αγγέλων — καθαρά πνεύματα— η σημερινή ημερομηνία δεν έχει την έννοια της «dies natalis» (ημέρα γεννήσεως) στην ουράνια δόξα, όπως συμβαίνει με τις εορτές των Αγίων. Απλώς αναφέρεται στα εγκαίνια της Ρωμαϊκής βασιλικής της αφιερωμένης στον Άγιο Μιχαήλ, που ανεγέρθηκε κατά τον 5ο αιώνα, επί της Σαλαρίας οδού (Ρώμη).

Ας τονιστεί εδώ, πως η ευλάβεια των τριών Αρχαγγέλων και ιδιαίτερα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, είναι πολύ παλιά και καλλιεργήθηκε με τον ίδιο τρόπο, όπως και η ευλάβεια προς τους Αγίους. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι πολύ λίγοι Άγιοι, στην εποχή του μεσαίωνα, έγιναν τόσο λαοφιλείς όσο ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, του οποίου η ευλάβεια ήταν πλατιά διαδεδομένη σ’ όλες τις χώρες του κόσμου.

α) Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο προστάτης όλων των ανθρώπων και όλης της Εκκλησίας εναντίον των επίγειων και των καταχθόνιων εχθρών. Το όνομά του σημαίνει «Ποιος σαν το Θεό;» και είναι μια τρομερή φωνή εναντίον όποιου πιστεύει πως μπορεί να αναμετρηθεί με το Θεό. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι πράγματι ο στρατηλάτης, ο άρχοντας των επουράνιων στρατιών, ο αντίπαλος του Σατανά, που βρίσκεται σε συνεχή πάλη μαζί του, όπως περιγράφεται στην Αγία Γραφή και παριστάνεται στην τέχνη. Αν και το όνομά του δεν αναφέρεται ρητά, στις πρώτες σελίδες της Βίβλου, παρουσιάζεται ως φύλακας του Παραδείσου, μετά το αμάρτημα των Πρωτοπλαστών. Η δε τελευταία νικηφόρα μάχη του κατά του Σατανά θα πραγματοποιηθεί στους έσχατους καιρούς, όπως περιγράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στο προφητικό βιβλίο της Αποκαλύψεως.

Είναι ο προστάτης του καλού θανάτου και της ημέρας της κρίσεως. Σ’ αυτόν εμπιστεύεται η Εκκλησία, στη λειτουργία των νεκρών, τις ψυχές που ετοιμάζονται να «ταξιδεύσουν προς το αιώνιον φως».

β) Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ — το όνομά του σημαίνει «δύναμη Θεού» -Ιρείναι ο κατ’ εξοχήν αγγελιοφόρος του Θεού. Είναι αυτός που παρουσιάστηκε στο Ζαχαρία, για να του αναγγείλει τη γέννηση του Προδρόμου, καθώς και στην Παναγία για να της φέρει το μέγα μήνυμα, ότι θα γίνει μητέρα του Μεσσία, Αυτρωτού του κόσμου.

γ) Τέλος, ο Αρχάγγελος Ραφαήλ Ρ-το όνομά του σημαίνει «ο Θεός επαναδίδει τη θεραπεία»— είναι ο κατ’ εξοχήν Άγγελος φύλακας. Έτσι τον περιγράφει η Αγία Γραφή και συγκεκριμένα όταν ο Τοβίας συνόδευε το παιδί του Τοβιόλο, από την Ασυρία προς τη Μηδία. Είναι δίπλα στον Τοβιόλο, ως συνοδός προσεκτικός και καλρς, με το μανδύα ανασηκωμένο για να είναι ελεύθερο και γρήγορο το βήμα του. Έτσι συνήθως τον παρουσιάζει ο κόσμος της τέχνης.

Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ: ο Άγγελος μαχητής, ο Άγγελος αγγελιοφόρος, ο Άγγελος φύλακας. Τρεις φίλοι του ανθρώπου που τον φρουρούν και τον προστατεύουν. Τρεις φίλοι που εμείς ξεχνούμε, εκείνοι όμως δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ.

30/9 – Ιερωνύμου πρεσβυτέρου και Διδασκάλου

Ένα από τα πιο σπουδαία προσόντα αυτού του Αγίου είναι ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος ερμηνευτής και μεταφραστης των Γραφών, απ’ όσους γνώρισε ο χριστιανισμός τους πρώτους αιώνες της ιστορίας του.

Ο Άγιος Ιερώνυμος είναι του αναστήματος των περιφανών Πατέρων της Εκκλησίας, όπως οι Βασίλειος, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Χρυσόστομος, Αυγουστίνος, Αμβρόσιος, οι οποίοι στήριξαν, θεμελίωσαν και προστάτευσαν την πίστη, στους δύσκολους εκείνους καιρούς, όταν η Εκκλησία αντιμετώπιζε εξωτερικούς και εσωτερικούς κινδύνους.

Μεταξύ αυτών των μεγάλων σκαπανέων του χριστιανισμού ξεχωρίζει δυναμικότατος ο Αγιος Ιερώνυμος, και δίκαια ονομάστηκε «ο λέων της χριστιανικής πολεμικής»; αφού τόσο σκληρά και τόσο αποτελεσματικά πολέμησε τις αιρέσεις της εποχής του.

Ο Αγιος Ιερώνυμος υπήρξε επίσης και αυστηρός ασκητής σ’ όλην του σχεδόν τη ζωή, και ασχολήθηκε με τη μελέτη των αρχαίων γλωσσών (εβραϊκής, ελληνικής κ.λπ.), για να μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στο γιγαντιαίο μεταφραστικό και ερμηνευτικό έργο στο οποίο είχε αφοσιωθεί.

Γεννήθηκε στην Τριδόνα της Δαλματίας γύρω στο 340. Πήγε στη Ρώμη, όπου σπούδασε και διακρίθηκε για την ευφυΐα του. Υπήρξε μανιώδης βιβλιοσυλλέκτης. Σε ώριμη ηλικία έλαβε το βάπτισμα και στη συνέχεια επιδόθηκε με ακαταπόνητο ζήλο στις θεολογικές σπουδές. Κινδυνεύοντας προς στιγμήν να παρασυρθεί από τους πειρασμούς της Ρώμης, την εγκαταλείπει και πηγαίνει στην Ανατολή, όπου αφοσιώνεται στην ασκητική ζωή, εμβαθύνοντας τις μελέτες του πάνω στις Γραφές και τη γνώση των ανατολικών γλωσσών.

Στην Αντιόχεια χειροτονείται ιερέας και πολύ σύντομα επιστρέφει ξανά στη Ρώμη, όπου ο Πάπας Δάμασος του εμπιστεύεται το επίπονο και κολοσσιαίο έργο της μεταφράσεως της Βίβλου στη λατινική γλώσσα.

Θα επιστρέψει πάλι στους Αγίους Τόπους και θα εγκαθιδρύσει οριστικά πια το κατοικητήριό του, κοντά στο σπήλαιο όπου γεννήθηκε ο Κύριος, στη Βηθλεέμ, και εκεί θα ασκητέφει, μαζί με άλλους μοναχούς, ως το τέλος της ζωής του (420).

Ο Ιερώνυμος είναι ένας από τους τέσσερις Πατέρες της Εκκλησίας της Δύσεως και η αξία του συνίσταται, όπως προαναφέρθηκε, στο βιβλικό μεταφραστικό του έργο, το οποίο τον κατέταξε σε θέση περιωπής μέσα στην Εκκλησία. Αυτή η μεταφραστική εργασία οφείλεται στην ωριμότητα και την εμβάθυνση των μελετών του· γι’ αυτό, το έργο του Ιερωνύμου χρησιμοποιείται και σήμερα ως επίσημη γλώσσα της Καθολικής Εκκλησίας με την επωνυμία «Vul-gata».

Ο Άγιος Ιερώνυμος ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του στη γνώση της Αγίας Γραφής και δίκαια τιμήθηκε και τιμάται ακόμη σήμερα για το συγγραφικό του έργο.

1/10 – Αγίας Θηρεσίας του Βρέφους Ιησού της παρθένου (Μοναχή 1873-1897)

santateresinaΝα μια άλλη Αγία, που το όνομά της ηχεί μαγευτικά στα ευρύτατα στρώματα των ευσεβών χριστιανών, και πέρα ακόμα από τα σύνορα του Καθολικού κόσμου.

Κι αυτό, γιατί η «μικρή» Αγία Θηρεσία, στη σύντομη ζωή της, κρυμμένη μέσα στα τείχη του αυστηρού Καρμή-λου, μπόρεσε να δώσει στον κόσμο αληθινή μαρτυρία, για την αξία των μικρών πραγμάτων της καθημερινής ζωής, και να επιβεβαιώσει ακόμη μια φορά, πως η αγιότητα δεν είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τα μεγάλα έργα, αλλά κρύβεται, κυρίως, μέσα στα μικρά πράγματα της καθημερινής ζωής και του καθήκοντος, όποιο και να είναι αυτό, πράγμα που δυστυχώς οι άνθρωποι ξεχνούν ή, χειρότερ.α, πολύ εύκολα περιφρονούν…

Ναι, είναι ωραία η ζωή της Θηρεσίας, γιατί ταυτίζεται με την απλφτητα της ζωής («αν δεν μεταστραφείτε και γίνετε σαν τα παιδιά…»). Απλότητα που γνωρίζει να εγκαταλείπεται με απόλυτη εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, από τον οποίο και μόνο αντλεί τη δύναμη για να είναι γενναιόψυχη και να μπορεί να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τις όποιες δοκιμασίες με καρτερία, ακόμη και ηρωισμό.

Αυτό είναι το μυστικό της αγιότητας της Θηρεσίας, που στο σύντομο βίο της των 24 χρόνων εφάρμοσε πάντα πιστά, αληθινά, ειλικρινά.

Γεννήθηκε το 1873 από ευσεβέστατη χριστιανική οικογένεια της Γαλλίας (στην Αλανσόν της Νορμανδίας) και ήταν το τελευταίο από τα οκτώ παιδιά της, από την οποία τρία αγόρια πέθαναν και έμειναν πέντε κορίτσια. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα πέντε κορίτσια αφιερώθηκαν στο Θεό.

Ορφάνεψε από μητέρα όταν ήταν 4 χρόνων και ο ήδη ηλικιωμένος πατέρας της έριξε επάνω της όλη την πατρική του στοργή, για να μετριάσει κάπως την απουσία της μητέρας.

Μπήκε στο Κάρμηλο, με ιδιαίτερη άδεια της Αγίας Έδρας, την οποία ζήτησε από τον Πάπα η ίδια η Θηρεσία με τον πατέρα της, όταν ήταν μόλις 15 ετών. Η απάντηση του γηραιού και σοφού Πάπα Λέοντος 13ου ήταν: «Αν ο Θεός το θέλει, θα μπεις.»

Κι έμπαινε η παιδούλα, μόλις έφηβη, στο πιο αυστηρό τάγμα της Εκκλησίας με σκοπό, όπως λέγει η ίδια: «να σώσει ψυχές και προπαντός να προσφέρει βοήθεια στους ιερείς με τις προσευχές και τις θυσίες της».

Ποια ήταν η ζωή της μικρής Θηρεσίας μέσα στο μοναστήρι του Λιζιέ; Μπορεί κανείς να το μάθει από ένα αποκαλυπτικό βιβλίο, γραμμένο από την ίδια, που φέρει τον τίτλο: «Ιστορία μιας ψυχής».

Είναι η ιστορία μιας νέας, που εποικοδομεί και εντυπωσιάζει, γιατί ανέβηκε στα υψηλότερα σκαλοπάτια της χριστιανικής τελειότητας, μέσω μικρών θυσιών, αλλά συγχρόνως και πολύ μεγάλων, γιατί εξαιρετικά μεγάλη ήταν η αγάπη, η γενναιοδωρία και η μετριοφροσύνη που τις ενέ-πνεε.

«Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να ρίχνω στον Ιησού τα ρόδα των μικρών μου θυσιών», γράφει στην αυτοβιογραφία της. Και κάπου αλλού: «Θέλω να διδάξω στις ψυχές απλούς τρόπους που πέτυχαν σε μένα». Ποιοι ήταν αυτοί οι τρόποι; Να δέχεται τις προσβολές χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Να υπομένει τις ταπεινώσεις χωρίς να διαμαρτύρεται. Να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια της (από τις ζαλάδες) και να μην αποχωρεί από την κοινή προσευχή. «Θεέ μου, σου προσφέρω αυτές τις μικρές θυσίες για τους ιεραποστόλους, που τόσο κοπιάζουν στα πέρατα της γης…»

Από παρόμοιες θυσίες —μικρές θυσίες— οι οποίες όμως παίρνουν άλλη αξία όταν γίνονται με πνεύμα Θεού, είναι γεμάτη η ζωή της Θηρεσίας. Αυτό το πνεύμα δύσκολα μπορούν να το καταλάβουν, ακόμη κι αυτές οι συντρό-φισσές της στο Κάρμηλο του Λιζιέ. Εκείνη, όμως, δέχεται αγόγγυστα και καρτερικά τις αδικίες, ακόμη και τους κα-τατρεγμούς. Χτυπημένη από τη φοβερή αρρώστια (φυματίωση) υπομένει με χαρά τους πόνους και τις αδυναμίες της. Εξαντλημένη από την αρρώστια, δεν αρνιέται καμιά εργασία. Δέχεται όλες τις θυσίες και τις προσφέρει καρτερικά και γαλήνια «για τους αμαρτωλούς και για τις ανάγκες της Εκκλησίας» ή, σύμφωνα με το γνωστό της σύνθημα, «για να ραίνω με ρόδα όλους, καλούς και κακούς».

Η πιστότητα στο καθήκον και η εγκαρτέρηση στις θυσίες πήγαζαν από τη δυνατή αγάπη στον Ιησού. Ίσως λίγοι Αγιοι αγάπησαν τόσο έντονα το Χριστό, όσο η «μικρή» Θηρεσία. Οι διάλογοι αγάπης με «το Θείο Νυμφίο», όπως διατυπώνονται στη βιογραφία της, ξεπερνούν κι αυτούς τους μεγάλους μυστικιστές του χριστιανισμού.

Απέθανε χαμογελώντας, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, στις 30 Σεπτεμβρίου 1897, ψιθυρίζοντας: «Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω, δεν μπορώ να πεθάνω, θέλω ακόμη να υποφέρω.»

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο 26 χρόνια από το θάνατο της και ανακηρύχτηκε Μακαρία (1923) και μετά από 4 χρόνια (17-5-1927) Αγία. Μετά από δύο χρόνια ονομάστηκε με τον Άγιο Φραγκίσκο Ξαβέριο Προστάτρια των Ιεραποστόλων.

Εν τω μεταξύ, πάνω στη γη έπεφταν βροχή τα ρόδα των χαρίτων της. Τα ρόδα των μικρών θυσιών, που η χαρισματική παιδούλα του Λιζιέ είχε δεχτεί με τόση προθυμία, χαράσσοντας ένα καινούργιο δρόμο προς την αγιότητα, προσιτό σ’ όλους. «Πολυαγαπημένε μου Ιησού, σε θερ-μοπαρακαλώ, στρέψε το βλέμμα σου σ* ένα μεγάλον αριθμό μικρών ψυχών. Σε ικετεύω, διάλεξε μια λεγεώνα από μικρές ψυχές, άξιες της αγάπης σου.»

2/10 – Αγγέλων Φυλάκων

Το μεταρρυθμισμένο «Καλεντάριο» της Καθολικής Εκκλησίας διατήρησε τη σημερινή εορτή των Αγγέλων Φυλάκων, παρά το γεγονός ότι στις 29 Σεπτεμβρίου εορτάζονται μαζί και οι τρεις Αρχάγγελοι Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ, που είναι οι κατ’ εξοχήν άγγελοι φύλακες και προστάτες των ανθρώπων. .

Η διδασκαλία της Εκκλησίας «περί των Αγγέλων Φυλάκων» είναι παμπάλαια και στηρίζεται στην παράδοση, που αρχίζει από τους Πατέρες και συνεχίζεται μέχρι το Μεσαίωνα (Άγιος Ιερώνυμος, Άγιος Ανσέλμος, Άγιος Βερνάρδος). «Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του άγγελο φύλακα», λέγει ο Άγιος Θωμάς ο Ακύϊνάτης. Τόσο ήσαν πεπεισμένοι οι πρώτοι χριστιανοί γι’ αυτό, ώστε όταν απελευθερώθηκε ο Άγιος Πέτρος από τη φυλακή, χτυπώντας την πόρτα κάποιας χριστιανικής οικίας, όπου ήσαν συγκεντρωμένοι, παρά το γεγονός ότι άκουσαν τη φωνή του, μην μπορώντας όμως να πιστέψουν ότι ήταν αυτός, «Είναι — έλεγαν— ο άγγελος του.» (Πρ. 12,15).

Κι όταν ο Ιησούς μιλούσε για την αθωότητα των μβ κρών παιδιών, έλεγε: «Οι άγγελοι αυτών βλέπουν το πρόσωπο του Πατρός μου.»

Η ευλάβεια προς τους αγγέλους φαίνεται να είναι παλαιότερη από εκείνη των Αγίων. Είχε ιδιαίτερη ανάπτυξη και εξάπλωση κατά το Μεσαίωνα, όταν οι ασκητές μοναχοί, αναζητώντας τη συντροφιά αυτών των επουράνιων πνευμάτων, τους αισθάνονταν παρόντες στη ζωή τους, μέσα στη σιωπηλή περισυλλογή.

Μετά τη Σύνοδο της Τριδέντου (1545), η ευλάβεια των αγγέλων καθορίστηκε με περισσότερη σαφήνεια και γνώρισε νέα άνθιση.

Σήμερα, αυτή η ευλάβεια δεν βρίσκει πια σπουδαία απήχηση στην πίστη των χριστιανών και θεωρείται μάλλον ως μια «ευσεβιστική» διδασκαλία, που αφορά κυρίως τα μικρά παιδιά. Είναι κι αυτό ένα άλλο φαινόμενο της εποχής μας, που δείχνει το ξερίζωμα των χριστιανών από τις παραδόσεις τους, με την αιτιολογία ότι ο σημερινός άνθρωπος είναι απελευθερωμένος από τέτοιες δοξασίες. Αυτό βέβαια έχει ως συνέπεια να αυξάνει όλο και περισσότερο το αίσθημα της απομονώσεως και του άγχους, που είναι τόσο διαδεδομένο στον καιρό μας, γιατί οι σημερινοί χριστιανοί πέταξαν κυριολεκτικά, ως παιδικές φαντασιώσεις, τόσες ενθαρρυντικές και εποικοδομητικές αλήθειες και παραδόσεις της χριστιανικής πίστεως.

«Άγγελε του Θεού, που είσαι ο φύλακάς μου, φώτιζε, φύλαγε και κατεύθυνέ με με την ουράνια δύναμη σου, για να βαδίζω πάντα σωστά το δρόμο της αρετής και του καθήκοντος», δέεται η Εκκλησία.

3/10 – Αγίου Διονυσίου του Αεροπαγίτου πρώτου επισκόπου Αθηνών

Ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε την Αθήνα κατά το δεύτερο αποστολικό του ταξίδι, γύρω στο 49-52. Η Αθήνα ήταν τότε κέντρο επιστημονικό, όπου άνθιζαν η φιλοσοφία και τα γράμματα. Ο Παύλος βρέθηκε περιστοιχισμένος από τον κόσμο των φιλοσόφων, μέσα σε μια πόλη γεμάτη από είδωλα. Ο λόγος του, δυναμικός αλλά ακατανόητος, φλογερός αλλά δυσαρμονικός, έπεσε κενός στα λεία μάρμαρα του Αρείου Πάγου. Έτσι, ο μεγάλος Απόστολος, απογοητευμένος μάλλον, αποχώρησε από το πλήθος των ακροατών του και λίγο μετά εγκατέλειψε την Αθήνα. Το κήρυγμά του στην πόλη της σοφίας και του κάλλους έμεινε σχεδόν χωρίς καρπό. Λέμε «σχεδόν», διότι είχε κάποιο’αποτέλεσμα. Πράγματι, οι Πράξεις των Αποστόλων διευκρινίζουν ότι όταν ο Παύλος αποχωρούσε από τον Άρειο Πάγο, .μερικοί Αθηναίοι τον ακολούθησαν, μεταξύ αυτών και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και κάποια γυναίκα ονομαζόμενη Δάμαρις (Πρ. 17,33). Από την πληροφορία των Πράξεων των Αποστόλων είναι σαφές ότι ο Διονύσιος ήταν δικαστικός και μάλιστα του ανώτατου Δικαστηρίου — του Αρείου Πάγου. Πέρα από τη συγκεκριμένη πληροφορία του Λουκά (συντάκτη των Πράξεων), για τη μεταστροφή των προσώπων αυτών και για το ότι έγιναν οπαδοί του Παύλου, δεν αναφέρεται τίποτα άλλο στα βιβλικά κείμενα.

Υπάρχει όμως μια άλλη αξιολόγηση και πολύ παλιά πληροφορία, του ιστορικού Ευσεβίου, από την Καισάρεια, κατά την οποία ο Διονύσιος έγινε, μετά τη μεταστροφή του, ο πρώτος Επίσκοπος των Αθηνών. Σε κάποιον δε από τους γνωστούς και πολύ συχνούς ρωμαϊκούς διωγμούς έπεσε μάρτυρας υπέρ της πίστεως.

Το Διονύσιο Αρεοπαγίτη η παλιά χριστιανική παράδοση (Συναξάρια Ανατολής και Δύσεως) τον συγχέουν με κάποιον άλλο Διονύσιο του 3ου αιώνα, ο οποίος ίδρυσε την Εκκλησία των Παρισίων και υπήρξε μάρτυρας, μαζί με κάποιον ιερέα ονόματι Ρούστικο και ένα διάκονο ονόματι Ελευθέριο. Το Δυτικό Μαρτυρολόγιο κάνει μνεία των μαρτύρων αυτών στις 9 Οκτωβρίου.

Όμως, η άποψη για τα αποδιδόμενα στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη συγγράμματα «μυστικής θεολογίας», τα οποία απέκτησαν κατά το Μεσαίωνα σπουδαία σημασία, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η αυστηρή κριτική, αγνοώντας τον πραγματικό συγγραφέα (των αξιόλογων αυτών συγγραμμάτων), τα τοποθετεί στην περίοδο του 5ου αιώνα και τα αποδίδει τυπικά σε κάποιον «Ψευδοδιονόσιο». Αυτά, λοιπόν, τα γραπτά δεν έχουν καμιά σχέση με το δικό μας Διονύσιο.

Ας θυμηθούμε το υπέροχο κείμενο του Αγίου Παύλου στον ιερό λόφο της Ακροπόλεως:

Στάθηκε, λοιπόν, ο Παύλος στη μέση του Αρείου Πάγου, και είπε: «Άνδρες Αθηναίοι, σας βλέπω ευλαβέστατους από κάθε άποψη. Πράγματι, ενώ περιδιάβαζα την πόλη σας και έβλεπα τους ιερούς σας τόπους, βρήκα ανάμεσα σ’ αυτούς κι ένα βωμό, με την επιγραφή: “στον Άγνωστο Θεό”. Αυτόν, λοιπόν, που τον λατρεύετε χωρίς να τον γνωρίζετε, αυτόν τώρα σας κάνω γνωστό. Είναι ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο κι όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτόν. Ως Κύριος του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, ούτε υπηρετείται από χέρια ανθρώπινα σα νά ‘χε ανάγκη από κάτι, αφού αυτός δίνει σε όλα ζωή και πνοή και τα πάντα. Από έναν άνθρωπο έκανε όλα τα έθνη των ανθρώπων για να κατοικούν πάνω σ’ όλη τη γη, και όρισε πόσον καιρό θα υπάρχουν και σε ποια σύνορα θα κατοικούν. Θέλησε να ζητούν το Θεό και να προσπαθούν να τον βρουν ψηλαφώντας στο σκοτάδι, αν και δεν είναι μακρυά από τον καθένα μας. Γιατί μέσα σ’ αυτόν ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε, όπως λένε και μερικοί από τους δικούς σας ποιητές: “Δική του γενιά είμαστε.”

Αφού, λοιπόν, είμαστε γενίά του Θεού, δεν θα πρέπει να νομίζουμε ότι η θεότητα είναι κάτι όμοιο με χρυσάφι ή ασήμι ή πέτρα, δηλαδή με γλυπτό έργο τέχνης ή της φαντασίας του ανθρώπου. Ο Θεός παρέβλεψε τα χρόνια της άγνοιας· τώρα όμως απαιτεί απ’ όλους τους ανθρώπους σε κάθε τόπο να μετανοούν, γιατί καθόρισε μια μέρα που θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη, μέσον ενός ανδρός που τον όρισε γι’ αυτό. Κι έδωσε βέβαιη απόδειξη σε όλους ότι αυτός είναι ο κριτής, ανασταίνοντάς τον από τους νεκρούς.»

Όταν άκουσαν για ανάσταση νεκρών όλοι κορόιδευαν κι άλλοι είπαν: «Θα μας τα ξαναπείς μιαν άλλη φορά.» Τότε ο Παύλος έφυγε απ’ ανάμεσά τους. Μερικοί όμως άντρες προσκολλήθηκαν σ’ αυτόν κι έγιναν χριστιανοί κι ανάμεσά τους και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, καθώς και μια γυναίκα που λεγόταν Δάμαρις, και άλλοι μαζί μ’ αυτούς. (Πρ. 17,22-34).

4/10 – 27η Κυριακή της Κοινής Περιόδου του Έτους – Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης (Iδρυτής του τάγματος των Φραγκισκανών)

san-francesco-d-assisiΚάποτε ο Καζαντζάκης βρέθηκε στην Ασσίζη (στα φοιτητικά του χρόνια) ως προσκυνητής και μελετητής του Φραγκίσκου, γιατί, όπως έλεγε, τον υπεραγαπούσε. Εκεί συναντήθηκε τυχαία με κάποιον άλλο θαυμαστή του Αγίου, τον Γιοχάνες Γιέργκενσεν, ο οποίος είχε γράψει μια βιογραφία του Αγίου, την οποία ο Καζαντζάκης, είχε διαβάσει. Όταν ο Δανός συγγραφέας ρώτησε τον Καζαντζάκη γιατί αγαπά τόσο τον Άγιο Φραγκίσκο, εκείνος απάντησε:

«Τον αγαπώ για δύο λόγους: Πρώτα, είναι ποιητής από τους μεγαλύτερους ποιητές της πρώτης-πρώτης Αναγέννησης. Έσκυψε και άκουσε και στα πιο ταπεινά κι ασήμαντα πλάσματα, αφτό το αθάνατο που έχουν μέσα τους: τη μελωδία. Αληθινά, είχε δίκιο ο βιογράφος του, ο Θωμάς Κελάνο: «Ένα πολύ λεπτό διάφραγμα τον χώριζε από την αθανασία· και γΓ αφτό άκουγε τη μελωδία πίσω από το διάφραγμα τούτο. Τη μελωδία αφτή την έλεγε Θεό· εγώ ωστόρα τη λέω Ποίηση.»

»Έπειτα… τον αγαπώ γιατί η ψυχή του, με την άσκηση και την αγάπη, νίκησε την ύλη. Την πιο φρικτή πραγματικότητα — αφτό που οι αφτέρουγοι άνθρωποι λένε πραγματικότητα— την πείνα, το κρύο, την αρρώστια, την καταφρόνηση, την αδικία, την ασκήμια, κατόρθωνε να τις μετουσιώνει σε χαρούμενο, χειροπιαστό, πιο αληθινό από την αλήθεια όνειρο.» (Από τον πρόλογο του στη μετάφραση: «Ο Αγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης», του Γιέργκεν-σεν.)

Δεν είναι δυνατό, σε 2-3 σελίδες, σύμφωνα με το ύφος του παρόντος βιβλίου, να σκιαγραφήσει κανείς τον Άγιο Φραγκίσκο και το έργο του. ΓΥ αυτό, «δίκην» φωτογραφικού άλμπουμ, θα παραθέσω, με τη σειρά, τις κυριότερες στιγμές του συμπαθούς Αγίου, που αγαπήθηκε από άπειρες ψυχές όλων των εποχών, από τότε που εμφανίστηκε στη γη.

Ο Φραγκίσκος γεννήθηκε στις αρχές του 1182, από ευγενή και πλούσια οικογένεια. (Ο πατέρας του, Πέτρος Μπερναρντόνε, ήταν γνωστός μεγαλέμπορος υφασμάτων). Μια προφητική λεπτομέρεια: Με πρωτοβουλία της μητέρας του, «εις ανάμνηση της ταπεινής γεννήσεως του Ιησού», ο Φραγκίσκος είδε το φως της ζωής μέσα σε μια «φτιαχτή φάτνη», στο υπόγειο του πατρικού σπιτιού του.

Όπως ήταν φυσικό, ο Φραγκίσκος μεγάλωσε μέσα στα πλούτη που του πρόσφερε η εργασία του πατέρα του. Η μόρφωσή του ήταν πολύ μέτρια. Από πλευράς ήθους, τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε, σύμφωνα και με το χαρακτήρα του, διασκεδάζοντας με τους φίλους της τά-ξεώς του και σπαταλώντας χωρίς μέτρο τα χρήματα του πατέρα του. Για κάποια μικρή περίοδο, αναμίχθηκε ζωηρά στις πολιτικές διενέξεις που υπήρχαν τότε μεταξύ Ασσίζης και Περούτζια. Ευτυχώς όμως χωρίς συνέχεια, γιατί η Θεία Πρόνοια τον προόριζε για άλλου είδους αγώνες. Εγκαταλείπει λοιπόν τις κακές παρέες για πάντα κι αρχίζει καινούργια ζωή: απομόνωση, προσευχή, μελέτη, πράξεις αγάπης προς τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους, κυρίως τους αρρώστους, λεπρούς κ.λπ.

Μια μέρα που βρισκόταν στην εκκλησία του Αγίου Δαμιανού, ατενίζοντας έναν Εσταυρωμένο, ακούει τη φωνή του Κυρίου, που τον καλούσε να τον ακολουθήσει, και να «στηρίξει την Εκκλησία Του που κατέρεε». Ο Φραγκίσκος ανταποκρίνεται αμέσως στο κάλεσμα του Κυρίου, και μπρος στον Επίσκοπο της Ασσίζης Γουίντο, παρά τις αντιδράσεις του πατέρα του, απαρνιέται δημόσια τα πλούτη και τη μελλοντική κληρονομιά της οικογένειας του, βγάζει κι αυτά τα ρούχα του, τα πετά στον πατέρα του και φεύγει γυμνός!

Από δω κι εμπρός, ο Φραγκίσκος «ντύνεται την αδελφή φτώχεια», μεταβάλλοντας τον εαυτό του σε φλογερό εραστή της, που δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ πια, μέχρι να κλείσει τα μάτια του.

Το βασικό αυτό βήμα του Φραγκίσκου, που σημάδεψε όλη του τη ζωή, έγινε στα 1206, όταν διένυε το 25ο έτος της ηλικίας του.’

Τους άλλους κυριότερους σταθμούς της ζωής του, οι παλαιοί βιογράφοι του συνηθίζουν να τους χωρίζουν σε τρεις φάσεις: «Προς το Θεό», «Με το Θεό», «Στο Θεό». Δηλαδή, αυτή η τριμερής περίοδος σημαίνει διαδοχικά: την αναζήτηση και πλήρη γνώση του θείου θελήματος (προς το Θεό), τη ζωή της αποστολής του (με το Θεό) και, τέλος, την ολοκληρωτική επικοινωνία — μεταμόρφωση — (στο Θεό).

Αυτονομαζόμενος ο Φραγκίσκος «κήρυκας του μεγάλου βασιλιά», διάγει για δύο χρόνια τη ζωή του περιπλανώμενου, φέροντας το ένδυμα του ερημίτη. Σ’ αυτήν την πορεία, επιδίδεται σε έντονη προσευχή, ταπεινώσεις, ηρωικές πράξεις, ενώ ταυτόχρονα εκπληρώνει την επιθυμία του οράματος (του Εσταυρωμένου), στυλώνοντας τις καταρρέουσες εκκλησίες (Αγίου Δαμιανού, Αγίου Πέτρου, της Ακάνθας και της Παναγίας των Αγγέλων, Portiunco-la).

Μια μέρα, παρακολουθώντας τη Θεία Λειτουργία, ακούει τα ευαγγελικά λόγια: «Πηγαίνετε να κηρύξετε σ όλο τον κόσμο και να λέτε ότι πλησίασε η βασιλεία των Ουρανών. Ασθενείς να θεραπεύετε, νεκρούς να ανασταίνετε, λεπρούς να καθαρίζετε, δαιμόνια να διώχνετε. Δωρεάν ελάβατε, δωρεάν δώσατε. Να μη πάρετε ούτε χρυσάφι, ούτε ασήμι, ούτε χάλκινα νομίσματα, ούτε υποδήματα, ούτε ραβδί, διότι ο εργάτης έχει δικαίωμα να τρέφεται.» (Ματθ. 10, 7-11).

Αυτά τα λόγια του Κυρίου έπεισαν το Φραγκίσκο, ότι έπρεπε να τα εφαρμόσει κατά γράμμα. Έτσι, αλλάζει το ασκητικό του ένδυμα με κάτι πιο απλό «minorifico» (το πιο μικρό, το τιποτένιο). Αφήνει τον πέτσινο ζωστήρα, τα υποδήματα, το ραβδί και περισφίγγει τη μέση του μ’ ένα άσπρο σχοινί (κομποσχοίνι) και προσθέτει στον ερημίτικο μανδύα του το «capuccio» (κάλυμμα της κεφαλής) που το χρησιμοποιούσαν και οι χωρικοί της περιοχής του, κι αρχίζει το ιεραποστολικό του έργο. Σ’ αυτή την περίοδο (1208) θα διαλέξει τους κυριότερους συνεργάτες του, οι οποίοι θα ακολουθήσουν το δάσκαλό τους στη νέα του πορεία. Κατά μίμηση του Χριστού, οι πρώτοι οπαδοί του Φραγκίσκου ήσαν 12 και μ’ αυτούς σχημάτισε τον πρώτο πυρήνα των «Μικρών Αδελφών» (Frati Minori). Μετά από μιαν αυστηρή δοκιμασία ενός έτους, ο Φραγκίσκος γράφει τον πρώτο κανονισμό του νέου τάγματος, που επικυρώθηκε προφορικά από τον Πάπα Ιννοκέντιο 3ο.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει τον κόπο ν’ αναφέρουμε τη συνάντηση του Φραγκίσκου με τον Πάπα, που παραθέτει ένας από τους πιο θερμούς βιογράφους του, ο Άγιος Βο-ναβεντούρας. Έφτασε, λοιπόν, στη Ρώμη, ο Φραγκίσκος με τους πρώτους οπαδούς του για την επικύρωση του έργου του. Όταν ο Ιννοκέντιος 3ος είδε μπροστά του αυτούς τους ανθρώπους, ξυπόλυτους, κακοντυμένους, δεν μπόρεσε να κρύψει το θαυμασμό του. Αυτό δεν εμπόδισε τον Φραγκίσκο να εκθέσει στον Πάπα με ηρεμία και αυτοπεποίθηση τον «κανονισμό» του (regula), για τον οποίο ζητούσε την παπική έγκριση, την οποία και πήρε, προφορικά, χωρίς πολλές διαδικασίες. Ο λόγος είναι, σύμφωνα πάντα με τη διήγηση του Βοναβεντούρα, ότι εκείνο το βράδυ ο Πάπας είχε δει, κατά θεία παραχώρηση, το εξής όραμα: Ένα μικρό κλαδί φοίνικα, ριγμένο στα πόδια του, που άρχιζε σιγά – σιγά να μεγαλώνει και να γίνεται ένα ωραιότατο και μεγάλο δένδρο. Ταυτόχρονα, θεία φώτιση, του εξηγεί το όραμα: το κλαδί του φοίνικα ήταν αυτός ο φτωχός μοναχός… Ο Ποντίφικας ζήτησε να δει τον Φραγκίσκο. «Πήγαινε, παιδί μου, και προσευχήσου, — του λέει^ ώστε ο Κύριος να μας φανερώσει ποιο είναι το θέλημά του, κι έτσι, με μεγαλύτερη βεβαιότητα να συναινέσουμε στις άγιες επιθυμίες σου.»

Έτσι γεννήθηκε το Φραγκισκανικό μοναχικό τάγμα, που γαλουχήθηκε και μπολιάστηκε με το ίδιο το πνεύμα του Φραγκίσκου, για να φέρει νέα πνοή στον ξεπεσμένο κόσμο της εποχής του, αλλά και στις επόμενες εποχές.

Αρχίζει, λοιπόν, η περίοδος αυτή με το κήρυγμα ενός νέου «ευαγγελιστού», το οποίο ο Φραγκίσκος συνόψιζε σ’ ένα είδος χαιρετισμού και το απηύθυνε ο’ όλους: «Ο Κύριος να σου δίνει ειρήνη» ή «Καλό και Ειρήνη» (pax et bonum).

To 1211 ο Φραγκίσκος ενισχύεται στο έργο του από μια γυναικεία ψυχή, που θα του δώσει νέες διαστάσεις και λάμψη. Πρόκειται για τη γνωστή Κλάρα (Clara) του εύγενούς και πλούσιου Φαβαρόνε, η οποία συγκλονισμένη από το κήρυγμα του Φραγκίσκου, εγκαταλείπει την πατρική στέγη και με τη φίλη της Μπόνα καταφεύγουν στην «Πορ-τσιούνκολα», όπου αφιερώνονται στο «σεραφικό» έργο του Φραγκίσκου. Από την Κλάρα και με την καθοδήγηση του Φραγκίσκου, θα ξεπηδήσει και το γυναικείο Φραγκι-σκανικό τάγμα, το οποίο, μετά το θάνατο της, θα αποκαλείται: «των Κλαρισσών».

Ο Φραγκίσκος, «με το Θεό» (αποστολική ζωή), δεν ονειρευόταν μόνο να ευαγγελίσει, τον κόσμο, αλλά και προσπαθούσε να μαρτυρήσει την πίστη του με τη θυσία της ίδιας της ζωής του. Αρκετοί οπαδοί του έγιναν μάρτυρες στην Αφρική. Ο ίδιος ο Άγιος προτιμούσε την ιεραποστολική ζωή, γΓ αυτό ταξίδεψε στην Παλαιστίνη, στην Ισπανία, στο Μαρόκο. Όμως, επείγουσες ανάγκες του τάγματος τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Ασσίζη (1220). Την περίοδο αυτή, λόγω διαφωνιών πολλών συντρόφων του, οι οποίοι δεν μπορούσαν να τηρήσουν τον αυστηρό «κανονισμό», ο Φραγκίσκος τον μετριάζει, με την βοήθεια και τη συμπαράσταση του αδελφού Αεόνε. Ο, νέος κανονισμός επικυρώθηκε από τον Πάπα Ονόριο 3ο, το 1223.

Τα Χριστούγεννα του 1223, ο Φραγκίσκος αισθάνεται να τον κυριεύει μια ακατανίκητη αγάπη για τον Ιησού και μια τρυφερή εξοικίωση μαζί του. ΓΓ αυτό επιθυμεί να γιορτάσει τη «Γέννηση» με ζωντανή αναπαράσταση προσώπων, στο δάσος του Γκρέτσιο (Ριέτι). Από κείνη τη νύχτα γεννήθηκε η χριστιανική παράδοση της φάτνης, ως στόλισμα και σύμβολο των εκκλησιών, την περίοδο των Χριστουγέννων.

Πέρα από την ιεραποστολή του κηρύγματος, ο Φραγκίσκος δεν αδιαφόρησε και για την επιστημονική κατάρτιση των μοναχών του, για τους οποίους ίδρυσε τη σχολή για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, της οποίας πρώτος μαθητής υπήρξε ο Άγιος Αντώνιος της Παδούης, τον οποίο ο Άγιος Φραγκίσκος αποκαλούσε «επίσκοπο» του.

Ταλαιπωρημένος από τις αρρώστιες, τους κόπους, τις συνεχείς νηστείες, ο Φραγκίσκος αναγκάζεται να αποτραβηχτεί από τον κόσμο και από τη διοίκηση του τάγματος του. Η ζωή του έφτασε πια στον υψηλότερο βαθμό εγκαταλείψεως στον Κύριο: ΓΓ αυτό, περνά τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του σε μιαν απόλυτη μίμηση του Χριστού στα «Πάθη» του. Έτσι, το 1224, πηγαίνει στο ιερό όρος της Βέρνα (Κασεντίνο) και περνά με νηστεία και προσευχή όλη την Τεσσαρακοστή, τη λεγόμενη του «Αγίου Μιχαήλ του Αρχαγγέλου». Το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ενώ προσεύχεται πέφτει σε έκσταση, ύστερα από μια θεϊκή αποκάλυψη (της σταυρικής θυσίας του Αυτρωτού), συνέρχεται και αισθάνεται μιαν ακατανόητη ευφορία, ενώ παρατηρεί στα μέλη του σώματός του τα στίγματα του Κυρίου: οι πληγές στα χέρια, στα πόδια και στην καρδιά του ήσαν έντονες και οδυνηρές και συχνά μάτωναν το μανδύα του. Για πρώτη φορά, μέχρι την εποχή εκείνη, παρουσιαζόταν το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο σε Άγιο. Κατεβαίνει από τη Βέρνα, μετά απ’ αυτό το εξαιρετικό φαινόμενο, τελείως μεταμορφωμένος, αλλά και «υποφέρων», επιστρέφει στην αγαπητή του Ασσίζη, για να συνεχίσει το έργο του μέχρι τέλους. Όμως, οι φυσικές του δυνάμεις έχουν πια εξαντληθεί και γι’ αυτό περιορίζεται στο να δίνει οδηγίες και κατευθύνσεις στους μοναχούς του, αναμένοντας «τον αδερφό σωματικό θάνατο». Το 1225, κοντά στο θάνατο πια, αιφνιδιάζει τους δικούς του με τον «ύμνο του αδερφού ήλιου» (Cantico di frate sole), ή όπως ακόμη λέγεται, «ύμνος στα πλάσματα», τον οποίο αφιέρωσε στους μοναχούς του, για να τον χρησιμοποιούν στα κηρύγματά τους, προδιαθέτοντας έτσι το λαό σε ευχαριστίες στον Πλάστη, για την ομορφιά της φύσεως και τα υπέροχα δη-μιουργήματά του! Ο «ύμνος στα πλάσματα» αποτελεί για τους Ιταλούς τις ωραιότερες σελίδες λογοτεχνίας του μεσαίωνα.

Προς το τέλος Σεπτεμβρίου 1226, ο Φραγκίσκος μεταφέρθηκε στην αγαπητή του Πορτσιούνκολα (Παναγία των Αγγέλων). Εκεί, όταν έφτασαν οι τελευταίες του στιγμές, ζητά να τον βάλουν πάνω στη γυμνή γη, όπως έζησε σ’ όλη του τη ζωή. Ψιθυρίζοντας δε τον Ψαλμό «Φωνήν μου προς Κύριον εκέκραξα», αργά το βράδυ του Σαββάτου, στις 3 Οκτωβρίου 1226, σε ηλικία 45 χρόνων, παραδίδει την υπέροχη ψυχή του στο Θεό.

Στην ιστορία των Αγίων, ο Φραγκίσκος υπήρξε ο πιο αυθεντικός και γνήσιος μιμητής του εσταυρωμένου Χριστού, στην προσωπική του ζωή και στην αποστολή. Είναι, ίσως, ο περισσότερο αγαπητός και θαυμαστός Άγιος σ’ όλο τον κόσμο.

Η Ιταλία είναι περήφανη για τον «Άγιο της», τον οποίο τιμά ως Προστάτη, στις 4 Οκτωβρίου. Θα κλείσω το «φωτογραφικό άλμπουμ» της σύντομης βιογραφίας του μεγάλου Φραγκίσκου, πάλι με λίγες λέξεις του Καζαντζάκη, γιατί αυτές συνοψίζουν την ουσία της ζωής του.

«Ήταν ο άγιος ο ίδιος, που τυρανούσε συχνά το σώμα του, αρνιόταν τις χαρές των πέντε αισθήσεων, έριχνε στάχτη στο φαΐ* του όταν ένιοθε εντός του ν’ αναγλείφε-ται ο δαίμονας της λαιμαργίας, το περιχούσε με κρύο νερό για να του αφαιρέσει τη νοστιμιά του* μέσα στην καρδιά του χειμώνα βουτούσε στο παγομένο ρυάκι, βρέχονταν, αγρυπνούσε, πεινούσε, κρύωνε και τόσο είχε τυρανήσει το πήλινο αυτό σώμα, που πεθαίνοντας το λυπήθηκε, σα να μετάνιωσε, στράφηκε και του κάνει: «Συγχώρεσε με, αδελφέ μου γαϊδούρι* σε βασάνισα πολύ!» (Από τον πρόλογο στη μετάφραση της βιογραφίας του Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης, του Joergensen.)

ΠΗΓΗ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ: Βιβλιογραφία Τ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΑΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ π.Νικηφόρου Βιδάλη(1990)

Comments are closed.