Εκκλησία “Σώμα Χριστού” οι κοινωνικές διαστάσεις

Published on: 17 Αυγούστου 2015

Filled Under: Αρθρογραφία

Views: 645

Tags:

Υπάρχουν μερικές εμπειρίες στη ζωή ενός ανθρώπου που θα τον σημαδέψουν, αρνητικά ή θετικά, για την υπόλοιπη ύπαρξή του.

Αυτή που σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή και τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου ήταν η συνάντησή του με τον Αναστημένο Χριστό στην «οδό προς τη Δαμασκό». Εξιστορούν οι Πράξεις των Αποστόλων: «Ενώ λοιπόν ο Παύλος πήγαινε, έφθασε κοντά στη Δαμασκό και ξαφνικά γύρω του άστραψε ένα φως από τον ουρανό και αφού έπεσε στη γη, άκουσε μια φωνή να του λέει: “Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;” Κι εκείνος είπε: “Ποιος είσαι, Κύριε;” Εκείνος απάντησε: “Εγώ είμαι ο Ιησούς, που εσύ καταδιώκεις» (Πρ. 9, 3-5).

Σ’ αυτή τη συνταρακτική συνάντηση, ο Παύλος ανακαλύπτει ότι η εκκλησία την οποία προσπαθούσε να καταστρέψει, δεν ήταν άλλη από τον ίδιο τον αναστημένο Χριστό. Το όραμα στο οποίο βασίζεται όλη η πίστη, η δράση και η διδασκαλία του Παύλου, ήταν η αποκάλυψη του προσώπου του Αναστημένου Χριστού όχι μόνο ως άτομο, αλλά και ως χριστιανική κοινότητα. Ο Χριστός φανέρωσε στον Παύλο πως όχι μόνο ζούσε μαζί με τους καταδιωγμένους χριστιανούς, αλλά ταυτίζονταν μ’ αυτούς, έτσι ώστε τα πάθη τους να γίνονται και δικά του πάθη, και ο σταυρός τους, ο δικός του σταυρός.

Ο Παύλος συναντάει το Χριστό στην εκκλησία την οποία καταδιώκει και από τούδε δεν θα μπορέσει να συναντήσει έναν χριστιανό χωρίς να ανταμώσει τον ίδιο το Χριστό. Αυτή η αποκάλυψη θα γίνει ο βασικός πυρήνας της διδασκαλίας του και της πνευματικότητάς του και θα τη μεταδώσει με πάθος σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Γράφοντας προς τους Κορινθίους θα πει: «ούτως δε αμαρτάνοντας εις τους αδελφούς… εις Χριστόν αμαρτάνετε» (Α’ Κορ. 8, 12) και στους Γαλάτες θα γράψει: «Εδέξασθέ με, ως Χριστόν Ιησούν» (Γαλ. 4, 14).

Ταύτιση Εκκλησία – Χριστού

Ο Παύλος, ξεκινώντας απ’ αυτήν την βασική εμπειρία της ζωής του, θα διαμορφώσει την διδασκαλία του περί Εκκλησίας ως «Σώμα Χριστού». Ο Απόστολος επαναλαμβάνει συχνά: «Ούτως οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, το δε καθ’ εις αλλήλων μέλη» (Ρωμ.12, 4).

«Καθάπερ γαρ το σώμα εν εστίν και μέλη πολλά έχει, πάντα δε τα μέλη του σώματος πολλά όντα εν εστίν σώμα, ούτως και ο Χριστός» (Α’ Κορ. 12,12).

Για τον Απόστολο οι βαπτισμένοι «υπάρχουν» «εν Χριστώ Ιησού» (βλ. Ρωμ8,1.2.39. 12,5.16,3.7.10. Α’ Κορ.1, 2,3 κ.τ.λ.). Αλλού αντιστρέφει τους όρους και γράφει: «Χριστός εν υμίν εστίν» (Ρωμ.8,10. Β’ Κορ.13, 5).

Είναι τόσο μεγάλη η ταύτιση των βαπτισμένων με το Χριστό, ώστε οι χριστιανοί να συμμερίζονται όλα τα μυστήριά Του. Έτσι στην προς Ρωμαίους επιστολή ο Παύλος θα γράψει: «Αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν; συνετάφημεν ουν αυτω … ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα… ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη» (6, 3.4.5).

Σ’ αυτά τα κείμενα, και σε άλλα παρόμοια, ο Απόστολος αναπτύσσει μια Εκκλησιολογία, που ταυτίζεται, κατά κάποιο τρόπο, με την Χριστολογία. Για τον Παύλο, Χριστός σημαίνει Εκκλησία. Ο Χριστός είναι αδιανόητος χωρίς το σώμα του, που είναι η Εκκλησία. Η φράση: «η κοινότητα είναι το σώμα του Χριστού», δεν σημαίνει ότι αυτή είναι ένα «σωματείο», μία κάποια «οργάνωση» που ανήκει στο Χριστό, αλλά ότι στη βαθιά της υπόσταση, είναι το ίδιο το συλλογικό πρόσωπο του Αναστημένου, πρόκειται δηλαδή όπως επαναλαμβάνει ο Ιερός Αυγουστίνος για τον «ολικό Χριστό» (Christus totus).

Για τον Απόστολο Παύλο ο Ιησούς «εν Πνεύματι», με το θάνατό του και με την ανάστασή του, συγκεντρώνει και ενώνει στο Πρόσωπό του, όλα τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού και τα συγκροτεί σε ένα και μόνο Σώμα που είναι το δικό του και συνάμα το δικό μας. Αυτή είναι η Εκκλησία.

Για τους Εβραίους, το σώμα δεν αποτελεί απλά ένα μέρος του ανθρώπου (ο κορμός σε σχέση με την κεφαλή), αλλά εκφράζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Τον όρο «σώμα» δεν τον μεταχειρίζονταν, ούτε τον αντιλαμβάνονταν σε αντιπαράθεση με την ψυχή. Για τους Εβραίους ο πλατωνικός διαχωρισμός ψυχή / σώμα είναι εντελώς ξένος.

Το σώμα είναι όλος ο άνθρωπος, στις σχέσεις του με τους άλλους και με τον κόσμο που τον περιβάλλει και στον οποίο είναι ενσωματωμένος. Όταν λοιπόν ο Παύλος λέει ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, ο ίδιος δηλώνει ότι η εκκλησιαστική κοινότητα αποτελεί για τον κόσμο των ανθρώπων την «ορατή» παρουσία του προσώπου του Αναστημένου. Η κοινότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αναστημένος Ιησούς διάλεξε να είναι παρών στην ιστορία, να έχει σχέσεις με τους ανθρώπους, να έρχεται σε επαφή με την ανθρωπότητα, να δρα στην ιστορία.

Στον Αναστημένο Ιησού ο Ένας μεταμορφώθηκε σε πολλούς, κάνοντάς τους ένα «σώμα εν Χριστώ». Αυτό δεν σημαίνει ότι Εκείνος διασπάστηκε σε πολλούς, αλλά αντίθετα, οι πολλοί έγιναν το Σώμα του, έγιναν δηλαδή η προσωπική φανέρωση του Χριστού.

Με την Ανάσταση, ο Χριστός, ο Ένας, γίνεται Εκκλησία, και ως Εκκλησία συναντά τους ανθρώπους. Να γιατί ο Απόστολος, απευθυνόμενος στους Κορινθίους, διαιρημένους σε ομάδες (Βλ. Α’ Κορ. 1,11-12), τους θέτει μπροστά στη βαθιά πραγματικότητα την οποία καταπατούν και θέτει τη δραματική ερώτηση: «μεμέρισται ο Χριστός;» (Α’ Κορ.1,13). Δεν λέει: «Διαμοιράστηκε λοιπόν η κοινότητα;». Ο Παύλος αγγίζει το σημείο κλειδί της χριστιανικής ύπαρξης. Η ενότητα φανερώνει τη φύση της κοινότητας στην πιο ενδόμυχη πραγματικότητα, χωρίς την ενότητα η Εκκλησία δεν μπορεί να αποτελεί πια το «σώμα του Χριστού». Ακριβώς αυτή η ενότητα αποτελεί το Χριστό, αν αλλοιώνεται, διαμελίζεται ο Χριστός. Ένας Χριστός διαμοιρασμένος δεν είναι πια αναγνωρίσιμος.

Η Εκκλησία λαμβάνει την ενδόμυχη πραγματικότητά της από τον Αναστημένο Ιησού που την διαπερνά και την υπερβαίνει. Η Εκκλησία είναι η πιο ουσιαστική παρουσία Του, το σώμα Του, ο χώρος μέσα στον οποίο ο Θεός αποκαλύπτει το πρόσωπο Του, ο χώρος μέσα στον οποίο η Θεϊκή αγάπη μεταδίδεται πλήρως στους ανθρώπους.

Αν η Εκκλησία δεν είναι ενωμένη δεν μπορεί να φανερώσει ορατά την αδιάσπαστη ενότητα του Σώματος του Αναστημένου, να αποτελεί το ιερό σημείο υπερυψωμένο μέσα στα έθνη, μέσω του οποίου γίνεται ορατή η αδιάσπαστη ενότητα της Αγίας Τριάδας.

Κοινωνικές συνέπειες αυτής της διδασκαλίας

Τα θεολογικά και πρακτικά συμπεράσματα αυτής της ταύτισης θα έχουν τέτοια τεράστια σημασία που ακόμα σήμερα δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως ούτε από τη θεολογία και κυρίως ούτε από την πράξη των χριστιανών.

Υπέρβαση των διακρίσεων

«Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28).

Το Άγιο Πνεύμα αποτελεί το σύνδεσμο που ενώνει το Χριστό με τους βαπτισμένους, αλλά και το δεσμό που ενώνει τους πιστούς μεταξύ τους, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ξεπερνιούνται ακόμη και οι αντιθέσεις που οφείλονται στη διαφορά φύλου ή κοινωνικής υπόστασης. Κανένας δεν αναφέρθηκε με τόση ριζοσπαστικότατα στην βασική ενότητα όλων των βαπτισμένων μέσα στην Εκκλησία και επομένως μέσα στην κοινωνία.

Ο Alfred Rosenberg, ο ιδεολόγος του ναζισμού, είχε αντιληφθεί πλήρως την επικινδυνότητα αυτών των προτάσεων του Παύλου για την ιδεολογία του, επρόκειτο για την εξάλειψη κάθε φυλετικής διάκρισης και γι’ αυτό έγραφε με περιφρόνηση: «Ο Παύλος ηθελημένα συγκέντρωσε τους λεπρούς όλων των εθνοτήτων και τις κουλτούρες όλων των χωρών του κόσμου, για να προκαλέσει μια επανάσταση των κατωτέρων τάξεων». Εάν όλοι είναι ένα εν Χριστώ πως μπορούσε να αναδειχθεί ο ιδανικός άνθρωπος της άριας φυλής;

Για τον Friedrich Nietzsche, ο Παύλος αποτελούσε το μεγαλύτερο δυστύχημα για την ανθρωπότητα γιατί με τη διδασκαλία του διακήρυττε την ισότητα και τη δημοκρατικότητα όλων των ανθρώπων και ισχυρίζονταν ότι «Τα ασθενη του κόσμου εξελέξατο ο θεος ινα καταισχύνη τα ισχυρά» (Α΄Κορ 1, 27), εμποδίζοντας έτσι την ανάδειξη του υπεράνθρωπου.

Αυτή η διδασκαλία για τον Παύλο είχε τέτοια κοινωνικό-επαναστατική δύναμη, ώστε είχε ενοχλήσει και την ίδια την πρώτο-χριστιανική κοινότητα. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι αυτό που αφορά το ρόλο της γυναίκας μέσα στη σύναξη των πιστών. Για τον Απόστολο δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας γιατί όλοι αποτελούν εν Χριστώ μια οντότητα και επομένως δεν μπορούν να υπάρχουν διακρίσεις προερχόμενες από το φύλο.

Εντούτοις ο Παύλος έχει συχνά κατηγορηθεί ότι είναι μισογύνης. Πράγματι στην Α’ προς Κορινθίους στο κεφάλαιο 14, 33-35 διαβάζουμε: «Όπως σε όλες τις εκκλησίες των αγίων, οι γυναίκες ας σιωπούν κατά τις συνάξεις, επειδή δεν τους επιτρέπεται να μιλούν, αλλά, όπως λέει και ο νόμος, ας υποτάσσονται. Και αν θέλουν κάτι να μάθουν, ας ρωτούν τους άνδρες τους στο σπίτι. Πράγματι, είναι ντροπή για τη γυναίκα να μιλά στην εκκλησία» (Α’ Κορ.14, 33-35). Και όμως λίγο πριν, στο κεφάλαιο 11,5 της ίδιας επιστολής, ο Απόστολος θεωρούσε δεδομένο ότι οι γυναίκες μπορούν να προσεύχονται και να προφητεύουν επίσημα στην εκκλησιαστική σύναξη αρκεί να είχαν καλυμμένη την κεφαλή τους. Και όμως, μετά από μερικές σελίδες, ο Παύλος φαίνεται να αλλάζει διαμετρικά γνώμη και να απαγορεύει στις γυναίκες να παίρνουν ενεργά μέρος στις λειτουργικές συνάξεις.

Η εξήγηση των ειδικών σ’ αυτήν την ξεκάθαρη αντίφαση του Παύλου είναι η κάτωθι: Αρχίζοντας από τα χειρόγραφα, παρατηρούμε μεγάλη αβεβαιότητα και αμφιταλάντευση, όχι μόνο σ’ ότι αφορά στο περιεχόμενο αυτού του κειμένου, αλλά και στα διαφορετικά σημεία της επιστολής στα οποία το βρίσκουμε τοποθετημένο. Όλα αυτά οδηγούν τους μελετητές να συμπεράνουν ότι το συγκεκριμένο κείμενο είναι καρπός μιας μεταγενέστερης παρεμβολής, που πιθανόν έγινε προς το τέλος του πρώτου μετά Χριστό αιώνα από τον συντάκτη ή τους συντάχτες της συλλογής των επιστολών του Αποστόλου Παύλου. Ο «μισογυνισμός» για τον οποίο ορισμένοι κατηγορούν τον Απόστολο, είναι περισσότερο φαινόμενο της γενιάς μετά απ’ αυτόν. Για τον Παύλο, ανάμεσα σε αυτούς που έχουν βαπτισθεί «δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα…. ». Στο επίπεδο των αρχών, κατά συνέπεια, οι γυναίκες δεν έχουν να υποστούν καμιά διάκριση στους κόλπους της κοινότητας. Αυτό αποδεικνύεται και από τις συχνές αναφορές του Αποστόλου Παύλου σε συνεργάτιδές του στα αποστολικά του ταξίδια. Αρκεί να αναφέρουμε το παράδειγμα της «διακόνισσας» Φοίβης που υπηρετούσε στις Κεχρεές, ένα από τα δυο λιμάνια της Κορίνθου. Κλίνοντας την Επιστολή προς Ρωμαίους ο Απόστολος γράφει: «Σας συστήνω την αδελφή μας τη Φοίβη, η οποία είναι και διάκονος της εκκλησίας που είναι στις Κεχρεές» (Ρωμ.16, 1).

Το «Γυμνό» σώμα του Χριστού

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ο Παύλος έπαιρνε στα σοβαρά τις κοινωνικές συνέπειες της διδασκαλίας «είμαστε σώμα Χριστού», είναι αυτό που διηγείται στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή 11,17-34.

«Παραγγέλλοντάς σας αυτό το πράγμα, δεν το λέω προς έπαινό σας, επειδή τις συνάξεις σας δεν τις πραγματοποιείτε για το καλύτερο, αλλά για το χειρότερο. Κατά πρώτο, επειδή ακούω ότι υπάρχουν σχίσματα ανάμεσά σας όταν συνάζεσθε σε εκκλησία και κατά ένα μέρος το πιστεύω… ‘Οταν, λοιπόν, συνάζεσθε στον ίδιο τόπο, αυτό δεν λέγεται “να φάμε το δείπνο του Κυρίου”, διότι, ο καθένας συμμετέχει τρώγοντας στο δικό του δείπνο κι έτσι άλλος πεινά και άλλος μεθά. Μήπως δεν έχετε τα σπίτια σας για να φάτε και να πιείτε; ‘Η μήπως περιφρονείτε την εκκλησία του Θεού και προκαλείτε ντροπή σε όσους δεν έχουν; Τί να σας πω; Να σας επαινέσω; Σ’αυτό, δεν σας επαινώ… Όποιος τρώει τον άρτο και πίνει το ποτήριο του Κυρίου ανάξια, θα είναι ένοχος για το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Οπότε, ο καθένας ας εξετάζει τον εαυτό του και μετά ας τρώει από τον άρτο και ας πίνει από το ποτήριο. Γιατί εκείνος που τρώει και πίνει, τρώει και πίνει την καταδίκη του με το να μην διακρίνει το σώμα του Κυρίου. Για το λόγο αυτό υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και αρκετοί έχουν πεθάνει. Αν όμως εξετάζουμε τους εαυτούς μας, τότε δεν θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να κριθούμε. Και όταν κρινόμασθε από τον Κύριο, παιδαγωγούμασθε, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο. ‘Ωστε, αδελφοί μου, όταν συνάζεσθε για να φάτε, να περιμένετε ο ένας τον άλλο. Αν κάποιος πεινά, ας φάει στο σπίτι του, ώστε να μη συνάζεσθε για την καταδίκη σας»

Ο Απόστολος Παύλος έφθασε στη Κόρινθο για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 50 μ.Χ., ολοκληρώνοντας το δεύτερο ιεραποστολικό του ταξίδι.

Την εποχή εκείνη η Ευχαριστία τελούνταν σε μορφή πραγματικού γεύματος: ο καθένας έφερνε το φαγητό σύμφωνα με τις δυνατότητες του, αλλά ο καθένας μοίραζε τη δική του προσφορά με τους άλλους. Στην Κόρινθο ωστόσο συμβαίνει κάτι το απαράδεκτο: οι πλούσιοι, χωρίς να περιμένουν τους φτωχούς εργαζόμενους, ως επί το πλείστων σκλάβους, έτρωγαν τα άφθονα εδέσματα τους και με ήσυχη την συνείδηση, νόμιζαν που έπαιρναν μέρος στην Αγία Ευχαριστία.

Για να κατακρίνει αυτήν την απαράδεκτη συμπεριφορά των χριστιανών της Κορίνθου, ο Απόστολος, όπως συνήθιζε, αναπτύσσει πρώτα τις θεολογικές αρχές, και μετά βγάζει τα πρακτικά συμπεράσματα.

Πρώτα απ’ όλα, σ’ αυτή την περικοπή εμφανίζεται ο προσδιορισμός της Εκκλησίας ως «σώμα Χριστού» το οποίο με τη σειρά του ταυτίζεται με την Ευχρηστία. Στην Ευχαριστία λαμβάνουμε το Σώμα του Κυρίου κι έτσι γινόμαστε ένα σώμα μαζί Του, γινόμαστε Εκκλησία.

Για τον Παύλο η κοινωνία δεν πραγματοποιείται μονάχα με τον αναστημένο Χριστό αλλά με όλο Του το σώμα που είναι η κοινότητα της Κορίνθου όταν συνάζεται για να τελέσει το Γεύμα του Κυρίου.

Για τον Άγιο Παύλο η ευχαριστιακή συμμετοχή θεμελιώνει την αλληλεγγύη των πιστών. Δεν ήταν εύκολο να διατηρηθεί η κοινωνία ανάμεσα στους χριστιανούς που συναποτελούσαν τις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, ανάμεσα σε αδύναμους και ισχυρούς, χριστιανούς Ιουδαίους και χριστιανούς που προέρχονταν από την ειδωλολατρία.

Οι χριστιανοί της Κορίνθου στις συνάξεις τους, πρόδιδαν, δυστυχώς, το κοινοτικό και το νόημα αγάπης της Ευχαριστίας με μια συμπεριφορά εγωιστική και ιδιοτελή. Για την τέλεση του Κυριακού Δείπνου, μια ομάδα χριστιανών, εκείνη των ευκατάστατων, έκανε το δικό της γεύμα, ίδιον δείπνον ξεχωριστά, ενώ οι φτωχοί δηλαδή οι μη έχοντες τι να φάνε, αποκλείονταν. Αυτή η συμπεριφορά οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση της Ευχαριστίας, απομακρύνοντάς την από το φυσικό πλαίσιο τέλεσής της, αυτό δηλαδή του γεύματος της αδελφικής αγάπης. Ο Απόστολος καταδικάζει συνεπώς τον ευτελισμό της Ευχαριστίας σε τελετή ιδιωτικής σωτηρίας.

Ο Απόστολος Παύλος προσπαθεί να δώσει να καταλάβουν οι χριστιανοί της Κορίνθου ότι δεν νοείται Ευχαριστία χωρίς την κοινωνικό- εκκλησιακή της διάσταση, γι’ αυτό χρησιμοποιεί όρους που υποδηλώνουν την κοινωνική διάσταση της Ευχαριστίας. Έτσι επαναλαμβάνει εκφράσεις όπως: «συνέρχεστε εν Εκκλησίαις» (εδ.18), «επί το αυτό» (στο ίδιο μέρος για τον ίδιο σκοπό) (εδ.20). Αυτές οι εκφράσεις σημαίνουν ότι όταν οι χριστιανοί συνάζονται για να τελέσουν το δείπνο του Κυρίου, γίνονται Εκκλησία ευχαριστιακή κι αυτή η Εκκλησία τελεί την βαθιά της αλήθεια, το ότι δηλαδή είναι αδελφική και σε αλληλέγγυα κοινωνία με όλους ανεξαιρέτως τους πιστούς. Αποκλείοντας τους φτωχούς ως συνδαιτυμόνες, αποκλείεται ουσιαστικά ως συνδαιτυμόνας και ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος ταυτίζεται με την Εκκλησία και μ’ αυτή την ίδια Ευχαριστία.

Εκκλησία και Ευχαριστία ταυτίζονται με το Χριστό διότι αμφότερες είναι «Σώμα Χριστού». Η Εκκλησία δεν υπάρχει χωρίς την κεφαλή, όπως κι ο Χριστός δεν υπάρχει δίχως το σώμα Του. Μετά την Ανάσταση του, ο Χριστός υπάρχει μονάχα ως Χριστός στην ολότητα του. Οντολογικά, η ενότητα των χριστιανών με το Χριστό αρχίζει με το Βάπτισμα και το Χρίσμα, αλλά αυτή η ένωση εν Χριστώ και μαζί με το Χριστό γίνεται ενδόμυχη, εσώτερη και εμπειρική με την Ευχαριστία.

Όταν ο Ιησούς παρέδωσε την Ευχαριστία στην Εκκλησία, η τελευταία αντιλήφθηκε ότι το περιεχόμενο αυτής της τελετής συνίσταται στο να είναι σημείο κοινωνίας με το Χριστό και με τους αδελφούς. Κι αμέσως αισθάνθηκε την ανάγκη να υπάρξει πλήρης συνέπεια ανάμεσα στο σημείο (που είναι ο άρτος και ο οίνος) και στη πραγματικότητα που είμαστε εμείς, ενωμένοι με το Χριστό. Ο ίδιος ο Παύλος είναι αυστηρός σ’ αυτό το σημείο: «όποιος τρώγει τον άρτο και πίνει τον οίνο με τρόπο ανάξιο, χωρίς να αναγνωρίζει σ’ αυτά το σώμα του Κυρίου, αυτό που τρώγει κι αυτό που πίνει φέρνουν πάνω του την καταδίκη» (Α’ Κορ. 11, 29).

Ο Απόστολος διδάσκει ότι το γεύμα του Κυρίου είναι χώρος κοινωνίας και αλληλεγγύης ανάμεσα σε αδελφούς: κοινωνία ζωής και όχι απλά τροφής. Μια τελετή δίχως υπαρξιακή συνέπεια (ηθικού χαρακτήρα) δεν είναι τελετή του Κυρίου, αλλά ένα ιερό γεύμα ειδωλολατρικού χαρακτήρα.

Όταν συναζόμαστε για το Γεύμα του Κυρίου και ο καθένας σκέφτεται τον εαυτό του, τότε το Γεύμα αυτό δεν είναι κοινωνία με τους αδελφούς κι επομένως δεν είναι κοινωνία με το Χριστό. Ο Παύλος όχι μόνο επιπλήττει τους χριστιανούς της Κορίνθου, αλλά δηλώνει ξεκάθαρα ότι αυτό δεν είναι το Γεύμα του Κυρίου, διότι οι χριστιανοί αυτοί δεν «αναγνωρίζουν το Σώμα του Κυρίου». Από τη στιγμή που για τον Απόστολο υπάρχει ταύτιση της χριστιανικής κοινότητας και της Ευχαριστίας, αγνοώντας τους αδελφούς αγνοούμε το «Σώμα του Κυρίου», και γι’ αυτήν την ασέβεια προς τον Κύριο είμαστε καταδικασμένοι. Το Σώμα του Κυρίου το οποίο οι πλούσιοι Κορίνθιοι δεν αναγνώριζαν, ήταν οι φτωχοί, οι δούλοι, οι απόκληροι. Αυτό το γεγονός αποτελούσε και την καταδίκη τους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν έπαυαν να διδάσκουν στους πιστούς ότι η Αγία Ευχαριστία είναι το κατ’ εξοχήν «κοινωνικό ιερό Μυστήριο» και γι’ αυτό λέγεται «θεία κοινωνία».

Είναι γνωστά τα λόγια του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου: «Εσείς τιμάτε το Σώμα του Χριστού; Μην τον αγνοείτε, λοιπόν, όταν ο Χριστός βρίσκεται γυμνός, μην τον τιμάτε εδώ στο Ναό με πολύτιμα υφάσματα και μετά τον αγνοείτε, έξω, εκεί που υποφέρει από το κρύο και τη γύμνια. Αυτός που είπε “αυτό είναι το Σώμα μου” είναι ο ίδιος που διακήρυξε “εσείς με είδατε πεινασμένο και δεν μου δώσατε να φάω” και “αυτό που κάνατε στον μικρότερο από τους αδελφούς μου σε μένα το κάματε”. Τι χρησιμότητα έχει όταν το Άγιο Βήμα γεμίζει από χρυσά δισκοπότηρα, όταν ο Χριστός πεθαίνει από την πείνα; Άρχισε να ταΐσεις τον πεινασμένο κι ύστερα, μ’ αυτό που θα μείνει, στόλισε και το βήμα» (Κατά Ματθαίο Ομιλία , 50, 3-4: PG 58, 508-509).

+ Ιωάννης Σπιτέρης

Πηγή: icen.gr

Comments are closed.