22η Επέτειος από τη Αρχιερατική χειροτονία του Σεβ/τατου Αρχιεπισκόπου π.Νικολάου

Published on: 6 Ιουλίου 2015

Filled Under: Εσωτερικές Ειδήσεις

Views: 677

Tags:

Το Σάββατο 4 Ιουλίου 2015 η Εκκλησία της Τήνου γιόρτασε την εικοστή δεύτερη επέτειο της Αρχιερατικής χειροτονίας του Επισκόπου της π. Νικολάου.

Στις 9 το βράδυ τελέστηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Ναό του Αγίου Νικολάου στη Χώρα της Τήνου. Μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο συλλειτούργησαν ο Γενικός Βικάριος π. Φραγκίσκος Βιδάλης, ο εφημέριος του Ναού π. Μάρκος Φώσκολος, ο π. Μάρκος Βιδάλης του Κλήρου της Αθήνας, ο π. Γεώργιος Ανδριώτης, ο π. Αντώνιος Φόνσος, ο π. Πέτρος Σοκολόφσκυ και ο Ιεροδιάκονος Ιωάννης.

Μετά την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε στην Εκκλησία και είπε:

Σήμερα το Ευαγγέλιο μεταξύ άλλων αναφέρθηκε και στις σχέσεις του Ιησού με τους συμπατριώτες του.

Είναι γεγονός ότι όλοι μας ζούμε σε μία χώρα, σε μία πόλη ή σε ένα χωριό, σε ένα συγκεκριμένο τόπο. Εκεί δημιουργούμε κοινωνικές σχέσεις με όσους συναναστρεφόμαστε. Ο καθένας μας ανθρωπίνως προτιμά να είναι αρεστός στους άλλους. Μας αρέσει να μας εκτιμούν και να μας αγαπούν. Να μιλούν οι άλλοι με καλά λόγια για μας, να μας συμπαραστέκονται και να μας βοηθούν. Είναι κάτι που περιμένουμε από τους άλλους αλλά δεν ξέρω κατά εμείς το προσφέρουμε στους άλλους.

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας παρουσιάζει τον Ιησού να κάνει στην πατρίδα του αυτό που κάνει και αλλού. Συνηθίζει να κηρύττει το Σάββατο στη Συναγωγή. Έξω από την πατρίδα τον ακούνε προσεκτικά, εντυπωσιάζονται από το λόγο του, τον θαυμάζουν, βλέπουν σ’ αυτόν κάτι διαφορετικό «κανείς ποτέ δεν μίλησε τόσο όμορφα» έλεγε ο λαός. Όμως στην πατρίδα του τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί δεν γίνεται δεκτός, αρχίσουν να τον υποτιμούν, να τον κουτσομπολεύουν: «Ήλθε ανάμεσα στους δικούς τους και οι δικοί του δεν τον δέχτηκαν», γράφει ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στον πρόλογο του Ευαγγελίου.

Οι συγχωριανοί του έχουν τις ιδέες τους, έχουν τις παραδόσεις τους, τα δικά τους σχέδια, δεν προτίθενται να τα αλλάξουν, δε δέχονται τίποτε το καινούριο και ο Χριστός τους φέρνει μόνο κάτι το καινούριο. Αυτός ο άνθρωπος μιλάει για μια νέα ζωή, για ένα διαφορετικό Θεό από αυτό που πιστεύουν, για ένα Θεό που δεν μένει μακριά, δεν είναι απρόσιτος, αλλά βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους και είναι Πατέρας που αποκαλύπτεται από τον Υιό με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Όλα αυτά είναι μια νέα πραγματικότητα, μια ορατή παρουσία του Θεού στη ζωή των ανθρώπων, τίποτε όμως το νέο γίνεται δεκτό από τους συμπατριώτες του. Εκείνοι τον θεωρούν ένα όμοιό τους, τον γνωρίζουν ως ξυλουργό, γνωρίζουν τη μητέρα του και όλους τους συγγενείς του. Και αυτό σημειώνει ο Ευαγγελιστής, τους δημιουργούσε εμπόδιο στο να τον πιστέψουν.

Ο Ιησούς όμως ενεργούσε χωρίς να τον απασχολεί, αν αυτό που έλεγε, γινόταν αποδεκτό ή όχι, ήλθε για να κηρύξει, να κάνει γνωστό το θέλημα του Πατέρα, να πει στους ανθρώπους ότι ο Θεός τους αγαπά και θέλει τη σωτηρία όλων. Δεν ήλθε να εξαναγκάσει κανένα. Πάντα επαναλάμβανε: «όποιος επιθυμεί, όποιος θέλει»

Με θάρρος έλεγε στους Αρχιερείς και στους Γραμματείς ότι η θρησκεία τους είναι επιδερμική, επιφανειακή, δεν έχει βάθος, ότι είναι λανθασμένος ο τρόπος με την οποία την βιώνουν. Έλεγε στους άρχοντες Σαδδουκαίους, ότι πίσω από τη θρησκεία τους υπήρχαν μόνο πολιτικά συμφέροντα. Ο Ιησούς θεωρούσε άχρηστες τις πρακτικές τους, διότι ήταν τυπικές, εξωτερικές και βασισμένες όχι στο πνεύμα αλλά στο γράμμα του Νόμου. Μιλούσαν τα χείλη αλλά η καρδιά δεν συμμετείχε. «Αυτός ο λαός με τιμά μόνο με τα χείλη» είναι το παράπονο του Θεού προς το λαό του.

Ο Ιησούς, όταν κήρυττε στα χωριά γύρω από την πατρίδα, ήταν άγνωστος, κανείς δεν ήξερε ποιος είναι και από πού έρχεται. Ο λαός τον άκουγε, θαύμαζε και τον ακολουθούσε. Οι συγχωριανοί όμως τον γνώριζαν δικό τους άνθρωπο, αδυνατούσαν να τον δεχθούν ως απεσταλμένο του Θεού. Απλώς διερωτόντουσαν: «Από πού του έρχεται όλη αυτή η σοφία; Δεν είναι αυτός ο γιός του ξυλουργού»;

Πολλές φορές δυστυχώς η συγγένεια, η μεγάλη οικειότητα, η φιλική σχέση, η αδελφική σχέση, δημιουργούν και κάποια αδιαφορία, κάποια ψυχρότητα, ίσως και κάποια έλλειψη λεπτότητας. Δύσκολα κανείς δέχεται έναν απλό και ταπεινό άνθρωπο ως εκφραστή μιας υψηλής αποστολής και μεγάλης ευθύνης.

Η ιστορία αυτού του απλού και ταπεινού ανθρώπου είναι μία ιστορία ενός προφήτη που μερικοί αγάπησαν τρελά, τόσο που άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν, ενώ άλλοι τον μίσησαν θανάσιμα και τον οδήγησαν στη σταύρωση. Έγινε ένα σημείο αντιλεγόμενο. Όποιος τον γνωρίσει δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος. Ή θα τον αγαπήσει και θα τον ακολουθήσει με αντάλλαγμα τη σωτηρία ή θα τον μισήσει και θα αδιαφορήσει με συνέπεια την απώλεια.

Κάθε άνθρωπος, στον οποίο ανατίθεται μία αποστολή εκ μέρους του Κυρίου, όσο περισσότερο προσπαθεί να μιμηθεί τον αποστολέα του Χριστό, τόσο πιο εύκολα γίνεται και εκείνος σημείο αντιλεγόμενο.

Αδελφοί μου και αδελφές μου,

Είκοσι δύο χρόνια εργαζόμαστε μαζί και μαζί αναζητούμε τον Ιησού Χριστό που αγαπούμε και υπηρετούμε. Τον αναγνωρίζουμε στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου που συναντούμε με τις τακτικές επισκέψεις μας στα οκτώ νησιά που αποτελούν την τοπική μας Εκκλησία. Αυτά τα χρόνια δεν κάναμε θαύματα, ούτε θα κάνουν στα άλλα όσα κι αν είναι αυτά. Εξ άλλου δεν είναι αυτή η αποστολή μας, ούτε3 και ην πίστη μας τόσο δυνατή. Απλώς προσπαθούμε να κάνουμε το καθήκον μας και να κηρύττουμε το Ευαγγέλιο, διότι αλίμονο μας, αν δεν κηρύτταμε το Ευαγγέλιο σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας μας είτε αυτά βρίσκονται δίπλα μας, είτε στα απομακρυσμένα ακριτικά νησιά. Το μόνο που φοβάμαι είναι πως σιγά – σιγά η Τήνος όπως και τα άλλα επτά νησιά γίνονται πατρίδα μου! Γνωρίζω καλά τους ανθρώπους και εκείνοι κάθε μέρα με γνωρίζουν καλύτερα. Δεν θα ήθελα όμως να θεωρηθώ προφήτης στην πατρίδα μου όπως δεν θεωρήθηκα προφήτης στο χωριό μου της Βάρης όπου υπήρξα 25 χρόνια εφημέριος.

Αδελφοί μου και αδελφές μου, ό,τι καλό έγινε κατ’ αυτά τα είκοσι δύο χρόνια στην Εκκλησία μας, έγινε από όλους μας από κλήρο και λαό και ότι καλό δεν έγινε φταίω μόνο εγώ. Θα ήθελα να γίνουν περισσότερα μα δεν μπόρεσα διότι αγάπησα και σεβάστηκα περισσότερο εκείνους που δεν με βοήθησαν.

Για να κάνουμε ακόμη λίγο, καλό ζητώ την προσευχή σας, τη βοήθειά σας, τη συνεργασία σας και πάνω από όλα ζητώ τη βοήθεια της Παναγίας Μητέρας μας με τις ικεσίες της οποίας μαζί σας επαναλαμβάνω στον Ένα και Τριαδικό Θεό: «ΜΕΙΝΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΚΥΡΙΕ».

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο Γενικός Βικάριος π. Φραγκίσκος Βιδάλης εκ μέρους του κλήρου ευχήθηκε εις πολλά έτη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος για να
συνεχίσει η από κοινού με τον επίσκοπο προσφορά διακονίας προς την τοπική Εκκλησία.

Παιδιά και έφηβοι, λειτουργοϋπηρέτες της βραδιάς εκείνης εξέφρασαν τα αγνά αισθήματα αγάπης προς τον επίσκοπό τους.

Μετά την τελική ευλογία ο Αρχιεπίσκοπος δέχτηκε τις ευχές όλων των παρόντων ενώ δεχόντουσαν ένα κέρασμα τα οποία ετοίμασαν γυναίκες της τοπικής Εκκλησίας.

Comments are closed.