Μήνυμα του Πάπα Φραγκισκου για την παγκόσμια ημέρα προσευχών για τις κλήσεις

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,

Στα χρόνια που προηγήθηκαν, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε πάνω σε δύο πλευρές που αφορούν τη χριστιανική κλήση: την πρόσκληση να «βγούμε από τον εαυτό μας» για να μπορέσουμε να ακούσουμε τη φωνή του Κυρίου, και τη σημασία της εκκλησιαστικής κοινότητας ως προνομιακού χώρου όπου το κάλεσμα του θεού γεννιέται, τρέφεται και εκφράζεται.

Εφέτος, επ’ ευκαιρία της 54ης Παγκόσμιας Ημέρας Προσευχών για τις Κλήσεις, θα ήθελα να σταθούμε πάνω στην ιεραποστολική διάσταση της χριστιανικής κλήσης. Αυτός που αφέθηκε να ελκυστεί από τη φωνή του Θεού και αποφάσισε να ακολουθήσει τον Ιησού, σύντομα ανακαλύπτει μέσα του την ακατανίκητη επιθυμία να μεταδώσει την Καλή Αγγελία στα αδέλφια του, μέσα από τον ευαγγελισμό και τα έργα αγάπης. Όλοι οι χριστιανοί έχουν καταστεί ιεραπόστολοι του Ευαγγελίου! Πράγματι, ο μαθητής, δεν λαμβάνει το δώρο της αγάπης του Θεού για προσωπική του παρηγοριά. Δεν έχει κληθεί για να πετύχει ο ίδιος ούτε για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα μιας επιχείρησης. Έχει απλά κυριευθεί και μεταμορφωθεί από τη χαρά που τον πλημμυρίζει η αγάπη του Θεού, και δεν μπορεί να φυλάξει αυτή την εμπειρία μόνο για τον εαυτό του: «Η χαρά του Ευαγγελίου που πλημμυρίζει τη ζωή της κοινότητας των μαθητών είναι μια ιεραποστολική χαρά» (Αποστ. Παρ. Η χαρά του Ευαγγελίου, 21).

Συνεπώς, η ιεραποστολική στράτευση δεν είναι κάτι που προστίθεται στη χριστιανική ζωή, σαν να ήταν ένα διακοσμητικό στολίδι. Αντίθετα, αυτή βρίσκεται στην καρδιά της ίδιας της πίστης: η σχέση με τον Κύριο, συνεπάγεται το γεγονός ότι ο χριστιανός αποστέλλεται μέσα στον κόσμο ως προφήτης του λόγου Του και μάρτυρας της αγάπης Του.

Ακόμη και όταν αισθανόμαστε μέσα μας πολλές αδυναμίες και, μερικές φορές νοιώθουμε αποθαρρυμένοι, οφείλουμε να στρεφόμαστε προς τον Θεό χωρίς να αφήνουμε τον εαυτό μας να συντριβεί από την αίσθηση της ατέλειας μας και χωρίς να πέφτουμε στην απαισιοδοξία, που μας κάνει παθητικούς θεατές μας ζωής κουρασμένης και βαρετής. Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε: Ο ίδιος ο Θεός έρχεται να καθαρίσει τα «ακάθαρτα χείλη « μας, και μας κάνει ικανούς για την ιεραποστολή:

«Η ανομία σου θα εξαλειφθεί, και η αμαρτία σου θα καθαριστεί». Και άκουσα τη φωνή του Κυρίου, που έλεγε: «Ποιον θα στείλω, και ποιος θα είναι ο αγγελιαφόρος μας;» Τότε, είπα: «Ιδού, εγώ, στείλε με». (Ης. 6,6-8).

Κάθε μαθητής ιεραπόστολος αισθάνεται μέσα στην καρδιά του αυτήν τη θεϊκή φωνή που τον προσκαλεί να «περάσει» μέσα στον κόσμο, όπως ο Ιησούς, «θεραπεύοντας και κάνοντας το καλό» σε όλους (Βλ. Πραξ. 10, 38). Πράγματι, είχα ήδη την ευκαιρία να υπενθυμίσω ότι, δυνάμει του Βαπτίσματος, κάθε χριστιανός είναι ένας «Χριστόφορος», δηλαδή είναι «κάποιος που φέρει το Χριστό» στους αδερφούς του (Βλ. Κατήχηση, 30 Ιανουαρίου 2016). Τούτο ισχύει όλως ιδιαιτέρως γι’ αυτούς που έχουν κληθεί σε μια ζωή ιδιαίτερης αφιέρωσης, καθώς επίσης και για τους ιερείς που έχουν γενναιόδωρα απαντήσει: «Ιδού, εγώ, στείλε με»! Με ανανεωμένο ιεραποστολικό ενθουσιασμό, έχουν κληθεί να βγουν από τον ιερό χώρο του Ναού, για να επιτρέψουν στην τρυφερότητα του θεού να ξεχειλίσει προς όφελος των ανθρώπων (Βλ. Ομιλία στη θεία Λειτουργία του Χρίσματος, 24 Μαρτίου 2016). Η Εκκλησία έχει ανάγκη από ιερείς γεμάτους εμπιστοσύνη και ήρεμους, που έχουν ανακαλύψει τον αληθινό θησαυρό, και επιθυμούν διακαώς να πάνε να τον κάνουν γνωστό, γεμάτοι χαρά, σε όλους. (βλ. Μτ. 13,11).

Βεβαίως δεν είναι λίγα τα ερωτήματα που εγείρονται όταν μιλάμε για τη χριστιανική ιεραποστολή: Τι σημαίνει να είσαι ιεραπόστολος του Ευαγγελίου; Ποιος μας δίνει τη δύναμη και το θάρρος της αναγγελίας; Ποια είναι η ευαγγελική λογική που εμπνέει την ιεραποστολή; Στα ερωτήματα αυτά, μπορούμε να απαντήσουμε μελετώντας τρεις σκηνές του Ευαγγελίου: Την έναρξη της αποστολής του Ιησού στη Συναγωγή της Ναζαρέτ (βλ. Λκ. 4, 16-30). Το δρόμο που διένυσε ο Αναστημένος Ιησούς πλάι στους μαθητές της Εμμαούς (βλ. ΛΚ. 24,13-35). Τέλος, την παραβολή του σπορέα (βλ. Μκ. 4,26-27).

Ο Ιησούς έχει χριστεί και αποσταλεί από το Πνεύμα.

Να είσαι μαθητής ιεραπόστολος σημαίνει να συμμετέχεις ενεργά στην αποστολή του Χριστού, την οποία ο Ίδιος περιγράφει μέσα στη Συναγωγή της Ναζαρέτ: «Το Πνεύμα του Κυρίου είναι επάνω μου, επειδή με έχρισε. Για να ευαγγελίζομαι στους φτωχούς με έστειλε, να κηρύξω στους αιχμαλώτους την απελευθέρωση και την ανάβλεψη στους τυφλούς, να απολύσω τους καταπιεσμένους στην ελευθερία, να κηρύξω το έτος της χάρης του Κυρίου». (Λκ. 4,18-19). Αυτή είναι και η δική μας ιεραποστολή: Να είμαστε χρισμένοι από το Πνεύμα και να πάμε προς τους αδελφούς μας, για να τους αναγγέλλουμε τον Λόγο, γινόμενοι γι’ αυτούς όργανο σωτηρίας.

Ο Ιησούς είναι πλάι μας στην πορεία της ιεραποστολής μας

Εμπρός στα ερωτήματα που αναφύονται από την καρδιά του ανθρώπου και εμπρός στις προκλήσεις που εγείρει η σύγχρονη πραγματικότητα, μπορεί να δοκιμάσουμε κάποια σύγχυση και να αισθανθούμε νωθρότητα στη δράση μας και έλλειψη ελπίδας. Υπάρχει ο κίνδυνος η χριστιανική ιεραποστολή να μας φανεί σαν μια καθαρή και απραγματοποίητη ουτοπία ή, σε κάθε περίπτωση, σαν μια πραγματικότητα που ξεπερνά τις δικές μας δυνάμεις. Αν όμως αναλογιστούμε τον Αναστημένο Ιησού, που βαδίζει πλάι στους μαθητές της Εμμαούς (βλ. Λκ. 24,13-15), η εμπιστοσύνη μπορεί να αναζωογονηθεί. Στην ευαγγελική αυτή σκηνή, έχουμε μια αυθεντική «καθ’ οδόν θεία Λειτουργία», η οποία προηγείται της Ακολουθίας του θείου Λόγου και του τεμαχισμού του Άρτου, ενώ μας δίνει το μήνυμα ότι, σε κάθε μας βήμα ο Ιησούς είναι πλάι μας! Οι δύο μαθητές, τραυματισμένοι από το σκάνδαλο του Σταυρού, επιστρέφουν στο σπίτι τους διασχίζοντας το δρόμο της αποτυχίας: φέρουν μέσα στην καρδιά τους μια ελπίδα που διαψεύστηκε και ένα όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε. Η θλίψη μέσα τους πήρε τη θέση της χαράς του Ευαγγελίου. Τι κάνει ο Ιησούς; Δεν τους κρίνει, διανύει μαζί τους τον ίδιο δρόμο και αντί να υψώσει έναν τοίχο, ανοίγει μια νέα διάβαση. Με ήρεμο και αργό τρόπο, μεταμορφώνει την αποθάρρυνση τους, κάνει τις καρδιές τους να φλέγονται και ανοίγει τα μάτια τους αναγγέλλοντας τον Λόγο και τεμαχίζοντας τον Άρτο. Με τον ίδιο τρόπο, ο χριστιανός δεν επωμίζεται μόνος του τη στράτευση της ιεραποστολής, αλλά ακόμη και μέσα στην κόπωση και τις ακατανοησίες, βιώνει και αυτός την εμπειρία ότι «ο Ιησούς βαδίζει μαζί του, μιλά μαζί του, αναπνέει μαζί του, εργάζεται μαζί του. Αισθάνεται τον Ιησού ζωντανό μαζί του εν μέσω της ιεραποστολικής στράτευσης» (Αποστ. Παρ. Η χαρά του Ευαγγελίου, αρ. 266).

Ο Ιησούς κάνει να φυτρώσει ο σπόρος

Είναι τελικά σημαντικό να μάθουμε από το ίδιο το Ευαγγέλιο τον τρόπο για να το αναγγέλλουμε. Πράγματι, συχνά, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, μπορεί να συμβεί να υποκύψουμε σε μια κάποια φρενίτιδα εξουσίας, στον προσηλυτισμό ή στον μισαλλόδοξο φανατισμό. Το Ευαγγέλιο, αντίθετα, μας καλεί να απορρίψουμε την ειδωλολατρία της επιτυχίας και της δύναμης, την υπερβολική ανησυχία για τις δομές, και ένα είδος άγχους που ανταποκρίνεται περισσότερο σε ένα πνεύμα κατάκτησης παρά στο πνεύμα της υπηρεσίας. Ο σπόρος της Βασιλείας, παρότι μικρός, αόρατος, και μερικές φορές, ασήμαντος, φυτρώνει σιωπηλά χάρη στο αδιάκοπο έργο του θεού: «Με τη Βασιλεία του θεού συμβαίνει ό, τι με τον άνθρωπο που σπέρνει το σπόρο στη γη: κοιμάται τη νύκτα και ξυπνάει την ημέρα, κι ο σπόρος βλασταίνει κι αυξάνει με τρόπο που ο ίδιος δεν ξέρει» (Μκ. 4, 26-27). Ιδού ο πρώτος λόγος της εμπιστοσύνης μας: Ο θεός ξεπερνά τις προσδοκίες μας και μας εκπλήσσει με τη γενναιοδωρία του, κάνοντας να βλασταίνουν και να ωριμάζουν οι καρποί των έργων μας πέραν των υπολογισμών της ανθρώπινης αποτελεσματικότητας.

Δια της ευαγγελικής αυτής εμπιστοσύνης, ανοιγόμαστε στη σιωπηλή δράση του Πνεύματος, που είναι το θεμέλιο της ιεραποστολής. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει ποιμαντική για τις κλήσεις, ούτε χριστιανική ιεραποστολή, χωρίς τη συνεχή και ενορατική προσευχή. Υπό αυτή την έννοια, οφείλουμε να τροφοδοτούμε τη χριστιανική ζωή δια του ακούσματος του Λόγου του θεού και, πάνω απ’ όλα, να φροντίζουμε για την προσωπική μας σχέση με τον Κύριο στην Ευχαριστιακή προσκύνηση, που αποτελεί τον προνομιακό «χώρο» της συνάντησης με τον Θεό.

Επιθυμώ ζωηρά να ενθαρρύνω τους χριστιανούς να επιδιώκουν αυτήν τη φιλία με τον Κύριο, προπάντων για να ζητήσουμε ικετευτικά από τον ουρανό νέες κλήσεις στην ιεροσύνη και στην αφιερωμένη ζωή. Ο λαός του Θεού έχει ανάγκη να οδηγείται από ποιμένες που καταδαπανούν τη ζωή τους στην υπηρεσία του Ευαγγελίου. Γι ‘ αυτό, από τις ενοριακές κοινότητες, τις οργανώσεις, και τις πολλές ομάδες προσευχής, που υπάρχουν μέσα στην Εκκλησία, ζητώ τα εξής: Ενάντια στον πειρασμό της αποθάρρυνσης, συνεχίστε να προσεύχεστε στον Κύριο να στείλει εργάτες για το θερισμό του, και να μας δίνει ιερείς λάτρεις του Ευαγγελίου, ικανούς να στέκονται πλάι στους αδελφούς τους, και έτσι να είναι ένα ζωντανό σημείο της ευσπλαχνικής αγάπης του Θεού.

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, μπορούμε και σήμερα να ξαναβρούμε το ζήλο της αναγγελίας του Ευαγγελίου, και να προτείνουμε, πριν απ’ όλα στους νέους, να ακολουθήσουν το Χριστό. Εμπρός στη διαδεδομένη αίσθηση μιας κουρασμένης πίστεως ή περιορισμένης σε καθαρά «καθήκοντα προς εκπλήρωση», οι νέοι μας επιθυμούν να ανακαλύψουν την πάντοτε επίκαιρη γοητεία του προσώπου του Ιησού, να επιτρέψουν στον εαυτό τους να προβληματιστεί και να προκληθεί από τα λόγια του και τα έργα του και, τελικά, να ονειρευτούν, για χάρη Του, μια απόλυτα ανθρώπινη ζωή, με πλήρη διάθεση και χαρά να αφιερωθούν στην αγάπη.

Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, είχε το θάρρος να εγκολπωθεί αυτό το όνειρο του Θεού, αφιερώνοντας τα νιάτα της και τον ενθουσιασμό της σ’ Εκείνον. Είθε η μεσιτεία της να μας χαρίσει το ίδιο άνοιγμα καρδιάς, την προθυμία να ομολογήσουμε το δικό μας «ιδού εγώ» στο κάλεσμα του Κυρίου, και τη χαρά «να σηκωθούμε και να πάμε» (Λκ. 1, 39) όπως Εκείνη για να Τον αναγγείλουμε σε όλο τον κόσμο.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

Comments are closed.