Κυριακή του Πάσχα: ο Χριστός συντρίβοντας τα δεσμά του θανάτου μας έδωσε τη Ζωή

Published on: 16 Απριλίου 2017

Filled Under: Αρθρογραφία

Views: 144

Tags: ,

Η νύχτα που η αγάπη νίκησε τον κόσμο και τον θάνατο και δωρίζει την Ανάσταση

Κυριακή του Πάσχα

Η Νύχτα αυτή, κατά την οποία ο Χριστός συντρίβοντας τα δεσμά του θανάτου μας έδωσε τη Ζωή, είναι το κέντρο όλου του Λειτουργικού έτους. Τα πάντα γίνονται νέα, βγαίνουμε από το σκοτάδι της αμαρτίας και μπαίνουμε στο φως της Ανάστασης του Χριστού – τελετή της Ευλογίας του Νέου Φωτός-.

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια σταδιακή προσέγγιση του Μυστηρίου του Αναστημένου Χριστού -τα αναγνώσματα της αγρυπνίας και της Λειτουργίας του Λόγου- στο οποίο ενσωματωνόμαστε με το Βάπτισμα -η Ευλογία του Νερού του Βαπτίσματος και η ανανέωση των υποσχέσεων του Βαπτίσματος-. Διαμέσου του Βαπτίσματος καθιερωθήκαμε «υιοί εν Υιώ» και μπορούμε να παρακαθίσουμε στο Δείπνο που ο Θεός Πατέρας ετοίμασε για το Νέο Λαό του, την Εκκλησία, εν αναμονή του Αιώνιου Πάσχα στην Βασιλεία Του -Λειτουργία της Ευχαριστίας-.

«…Δεν είναι εδώ, αναστήθηκε»

Ο νέος ορίζοντας της ανθρωπότητας, ο στόχος του καθενός

Το άδειο μνήμα που σήμερα παρουσιάζει η ευαγγελική περικοπή, δεν είναι μια «απόδειξη» της Αναστάσεως του Ιησού, αλλά ένα σημαντικό «σημείο» ότι Αναστήθηκε, το οποίο πρέπει να διαβαστεί σωστά, για να μην παρασύρει σε λάθος δρόμο.

Στο μνήμα φτάνουν τρία πρόσωπα: πρώτη είναι η Μαρία, η οποία πηγαίνει στο μνήμα για να αποδώσει τιμή στον αγαπημένο αλλά, νεκρό πια, δάσκαλο. «Βλέπει» το μνήμα ανοιχτό και το πτώμα να λείπει. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι έκλεψαν τον Ιησού και, τρέχει να ειδοποιήσει τους μαθητές. Η Μαρία απλά κοίταξε και διαπίστωσε ότι το πτώμα έλλειπε…

Στην συνέχεια φτάνουν στο μνήμα ο Πέτρος και ο «μαθητής που ο Ιησούς αγαπούσε». Ο «μαθητής που ο Ιησούς αγαπούσε» φτάνει πρώτος αλλά δίνει την προτεραιότητα εισόδου στον Πέτρο. Ο ευαγγελιστής σημειώνει ότι ο Πέτρος μπαίνει στο μνήμα και «θεωρεί», δηλαδή κοιτά προσεκτικά, και όχι επιπόλαια, προσπαθεί να καταλάβει τι είχε συμβεί.

Τέλος μπαίνει και ο μαθητής «που ο Ιησούς αγαπούσε», είδε, κοίταξε, αντιλήφτηκε και κάτι συνειδητοποίησε, περισσότερο βαθειά από τους άλλους δύο, και πίστεψε.

Τι είδε, λοιπόν ο μαθητής «που ο Ιησούς αγαπούσε» και πίστεψε; ‘Το σουδάριο με το οποίο είχαν δέσει το κεφάλι του Ιησού να μην είναι μαζί με τις λουρίδες, αλλά σε μια μεριά τυλιγμένο χωριστά». Η ερμηνεία αυτού του εδαφίου, είναι ο Γολγοθάς των ερμηνευτών του κατά Ιωάννη ευαγγελίου! Έχουν δοθεί πολυάριθμες ερμηνείες στην προσπάθεια για την ακριβή κατανόησή του. Μεταξύ των τόσων, εγώ προτιμώ την ερμηνεία που έδωσε, μετά από μια εξονυχιστική από κάθε άποψη έρευνα και όχι μόνο φιλολογική αλλά και εθνολογική, αρχαιολογική, λαογραφική κλπ., ο βιβλιστής θεολόγος Αντώνιο Περσίλι που τελικά μεταφράζει: «[Ο Πέτρος] παρατήρησε τις λουρίδες που ήταν απλωμένες και το σουδάριο, που ήταν στο κεφάλι του, δεν ήταν απλωμένο με τις λουρίδες, αντίθετα ήταν τυλιγμένο με ένα τρόπο μοναδικό».

Τι λέει, λοιπόν, αυτό το εδάφιο;

Α) Ότι οι λουρίδες που περιτύλιγαν το σουδάριο, ενώ πρώτα ήταν κατά κάποιο τρόπο υπερυψωμένες και τεντωμένες, γιατί περιτύλιγαν το άψυχο σώμα, τώρα είναι ξαπλωμένες, έτσι ώστε το πάνω μέρος να ακουμπά στο κάτω μέρος, και είναι χαλαρές. Και όχι ξετυλιγμένες ή ξεσχισμένες, που να προδίδουν προσπάθεια βίαιη ή όχι, κάποιου να αφαιρέσει το άψυχο σώμα.

Τα σάβανα ήταν εκεί, που σημαίνει ότι το σώμα δεν κλάπηκε. Ποιος κλέφτης στην αγωνία του, να κάνει γρήγορα για να μην συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, θα προσπαθούσε για να πάρει το σώμα να το ξετυλίξει από τα σάβανα, και μάλιστα να τα αφήσει με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι το σώμα αφαιρέθηκε από μέσα; Ή ποιός φίλος θα φρόντιζε με τέτοια φροντίδα να κατορθώσει το ακατόρθωτο, να πάρει το σώμα και να αφήσει άθικτα τα σάβανα;

«Οι διαπιστώσεις αυτές συναστούν ένα πρώτο σημείο της Ανάστασης. Ήταν πράγματι τελείως αδύνατο το σώμα του Ιησού να βγει από το περιτύλιγμα του σουδάριου και των λουρίδων, αν απλά είχε ανανήψει (=συνέλθει από κάποια νεκροφάνεια), ή αν το είχαν πάρει οι μαθητές του ή ακόμη αν το είχαν κλέψει κάποιοι εχθρικά προσκείμενοι, χωρίς να ξετυλίξουν κατά κάποιο τρόπο το σώμα».

Β) Μια ακόμη ενδιαφέρουσα σημείωση: το σουδάριο δεν ήταν σε τόπο ξεχωριστό από τις λουρίδες αλλά πάνω από τις λουρίδες, ‘τυλιγμένο με ένα τρόπο μοναδικό’, δηλαδή ανεπανάληπτο, εξαιρετικό, ξεχωριστό, γιατί τους έδινε την εντύπωση ότι το σώμα είχε αφαιρεθεί από μέσα αλλά τα υφάσματα δεν είχαν κατακαθίσει, παρ’ όλο που δεν τύλιγαν πια τίποτα και ωστόσο επειδή πολύ πιθανώς να είχαν ξεραθεί και στερεοποιηθεί τα διαφορά υγρά αρώματα κλπ. που είχα αλείψει το άψυχο σώμα του Ιησού.

Γ) Το ευαγγέλιο σημειώνει ότι ενώ τόσο ο Πέτρος όσο και «ο άλλος μαθητής» είδαν ίδιο πράγμα, μόνο ο δεύτερος ‘είδε και πίστεψε’. Γιατί; Διότι ο Ιωάννης είναι ο μόνος από τους μαθητές που ήταν αυτόπτης μάρτυς του θανάτου και του ενταφιασμού του Ιησού. Αυτό σημαίνει ότι μπορούσε να συγκρίνει αυτό που είχε δει κατά την διάρκεια προετοιμασίας του ενταφιασμού του σώματος του Δασκάλου και αυτού που τώρα παρατηρούσε και που τον οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι αποκλειόταν κάθε παραβίαση του ενταφιασμού. Μπόρεσε «να δει» πιο πέρα απ’ ότι έβλεπε, το πέρασμα στην αιωνιότητα του ανθρώπου Ιησού, φίλου και δασκάλου του. Δεν είδε την ανάσταση ούτε τον αναστημένο αλλά είδε τα ίχνη της Ανάστασης και του Αναστημένου.

Ενδιαφέρον είναι το σχόλιο του μεγάλου διαμαρτυρόμενου θεολόγου Καρόλου Μπάρθ, που κάνει στην ‘Δογματική’ του για την γέννηση και την Ανάσταση του Ιησού: «το ίδιο ‘σημείο’ συγκροτούν, τα παρθενικά σπλάχνα που βρέθηκαν γεμάτα, και ένα γεμάτο μνήμα που βρέθηκε άδειο». Δηλαδή, η είσοδος στη ζωή και η έξοδος από τη ζωή του Γιού του Θεού, είναι τυλιγμένες από το μυστήριο.

Δ) Ο ευαγγελιστής μετά το: «τα είδε αυτά και πίστεψε» σχολιάζει και σημειώνει: «γιατί, ως τότε δεν είχαν καταλάβει τη Γραφή, που λέει ότι σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού ο Μεσσίας θ’ ανασταινόταν από τους νεκρούς». Ο ευαγγελιστής διαπιστώνει ότι μέχρι τώρα η πίστη των δύο ήταν ατελής γιατί είχαν ανάγκη να δουν, διότι αν είχαν καταλάβει τη μαρτυρία των Γραφών, θα τους έφτανε η μαρτυρία τους και δεν θα ήταν ανάγκη να «δουν». Στο ίδιο ευαγγέλιο, ο Αναστημένος θα πει στο Θωμά: «…πείστηκες επειδή με είδες με τα μάτια σου· μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει!», δηλαδή θα έπρεπε ο Θωμάς να δείξει εμπιστοσύνη στην μαρτυρία των άλλων αποστόλων, χωρίς να απαιτεί μια προσωπική διαπίστωση.

Αυτό το τελευταίο ισχύει και για μας στον καιρό της Εκκλησίας: εμείς ζούμε όχι με βάση την χειροπιαστή διαπίστωση αλλά την αποδοχή της αξιόπιστης αποστολικής μαρτυρίας.

Πηγή: Εφημερίδα «Ενοριακές Καμπάνες», Φ868 / 7-4-2017

Comments are closed.